Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Πάθος τυφλό…






Η όπερα "Σαμψών και Δαλιδά" στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης

http://www.thinkfree.gr/?p=4208











Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Γκέργκιεφ - Καβάκος στο Μέγαρο Μουσικής

Του Νικου Α. Δοντα "Καθημερινή16-1-2011"
Ενα σπουδαίο σύνολο, η Συμφωνική Ορχήστρα Μαριίνσκι της Αγίας Πετρούπολης εμφανίστηκε στις 8 Δεκεμβρίου στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης». Υπό τη διεύθυνση του Βαλέρι Γκέργκιεφ απέδωσε το Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα του Τσαϊκόφσκι με σολίστ τον Λεωνίδα Καβάκο καθώς επίσης την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ.
Στο Κοντσέρτο ο Γκέργκιεφ απέφυγε την υπερβολική ταχύτητα ειδικά στο πρώτο μέρος, αφήνοντας τις εκτενείς μελωδίες να ξεδιπλωθούν, επιτρέποντας στα μουσικά θέματα να αναπτυχθούν με γενναιοδωρία και κυρίως στον μεγαλόπρεπο, μεστό και στρογγυλό ήχο των εγχόρδων της ορχήστρας να γεμίσει την αίθουσα. Ο Καβάκος αντιμετώπισε τις δεξιοτεχνικές προκλήσεις του α΄ μέρους με μεγάλη σιγουριά. Ο εξαιρετικός του ήχος εκτιμήθηκε ιδιαίτερα στο λυρικό δεύτερο μέρος, όπου ο βιολιστής υπήρξε εκφραστικά σχεδόν αποστασιοποιημένος. Στο γ΄ μέρος, ταχύς, αέρινος, άκρως δεξιοτεχνικός, ο Καβάκος παρέσυρε τον Γκέργκιεφ οδηγώντας το έργο στην επιθυμητή φωτεινή κατάληξη.
Η γεμάτη εναλλαγές Πέμπτη του Μάλερ ξεκινά με ένα πένθιμο εμβατήριο και καταλήγει σε έναν βεβιασμένο παραληρηματικό θρίαμβο, του οποίου η λάμψη υπονομεύεται από τον συνθέτη ακριβώς μέσα από την υπερβολή του. Ο Γκέργκιεφ ανέδειξε τις προφανείς αντιθέσεις και, επιπλέον, πρόβαλε τον διάλογο των πολλών διαφορετικών ενοτήτων καθενός από τα πέντε μέρη του έργου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε το εκτενές Σκέρτσο, όπου μέσα από διάφορα επεισόδια η αρχική ανέφελη διάθεση σταδιακά διαβρώνεται. Συνολικά, ήταν μια ερμηνεία δεξιοτεχνική, καθώς ο Γκέργκιεφ χειρίστηκε με ακρίβεια τις παραγράφους, αλλά επίσης μια ερμηνεία με ψυχή, καθώς οι εξαιρετικές ποιότητες της ορχήστρας επέτρεψαν στον αρχιμουσικό να αποδώσει με επιτυχία τις διαθέσεις που πάνω απ’ όλα θέλει να εκφράσει η συγκεκριμένη μουσική.
Αλβαρες, όπως τενόρος
Δύο μέρες νωρίτερα στην ίδια αίθουσα το αθηναϊκό κοινό γοήτευσε ο Μαρσέλο Αλβαρες. Λυρικός τενόρος που τα τελευταία χρόνια αναλαμβάνει με επιτυχία βαρύτερους ρόλους, ο Αργεντινός Αλβαρες κέρδισε το ακροατήριο με την ακμαία, υγιή, γενναιόδωρη φωνή και την προσωπική του ακτινοβολία. Για την αθηναϊκή του εμφάνιση επέλεξε μόλις έξι άριες από τις όπερες «Μάκμπεθ», «Ο τροβαδούρος», «Λουίζα Μίλερ», «Αντρέα Σενιέ», «Ο Σιντ» και «Τουραντότ».
Στις χαμηλόφωνες σελίδες το τραγούδι ανέδιδε τρυφερότητα, ενώ η τεχνική και εκφραστική αρτιότητα του τενόρου εκτιμήθηκαν καθώς περνούσε με άνεση από διατυπώσεις μύχιων εξομολογήσεων σε φράσεις μεγαλύτερης έντασης, ελέγχοντας με επιτυχία τη δυναμική της φωνής του. Η γεμάτη, ομοιογενής φωνή ανέβαινε με άνεση στην ψηλή περιοχή και διατηρούσε τη λάμψη της, καθώς απέδιδε τις ηρωικές εξάρσεις και τα ξεσπάσματα των χαρακτήρων που υποδυόταν. Τον Αλβαρες συνόδευσε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό την καθοδήγηση του έμπειρου Αντζελο Καβαλάρο.

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Ο Τσαϊκόφσκι του Καβάκου και ο Μάλερ των Ρώσων

Καλλιτεχνικοί συνοδοιπόροι που έχουν ξαναεμφανιστεί μαζί στο Μέγαρο Μουσικής, ο Λεωνίδας Καβάκος και ο Βαλέρι Γκέργκιεφ καθήλωσαν το αθηναϊκό κοινό με το «Κοντσέρτο για βιολί» του Τσαϊκόφσκι
(Photo: Ακριβιάδης)

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ "Ελευθεροτυπία 14/12/2010"

Δύο συναυλίες με κοινό πρόγραμμα έδωσε στο Μέγαρο Μουσικής η Συμφωνική Ορχήστρα του Θεάτρου Μαριίνσκι της Αγίας Πετρούπολης υπό τον Βαλέρι Γκέργκιεφ (8 & 9/12/2010).
Η αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» ήταν κατάμεστη από τη χαρακτηριστική εκείνη σύνθεση φιλόμουσου κοινού, που θύμιζε παλαιότερες εποχές ευμάρειας ενώ, παράλληλα, επιβεβαίωνε πόσο η μουσική μπορεί να παρέχει ψυχική παρηγοριά και πνευματική στήριξη σε δύσκολους καιρούς. Παρ' ότι σε άλλους σταθμούς της τρέχουσας περιοδείας -π.χ. στη Βιέννη- στο πρόγραμμα της αναφερόμενης ως «πρώτης παγκόσμιας ορχήστρας» δέσποζαν οι Συμφωνίες του Σοστακόβιτς, στην Αθήνα έγιναν διαφορετικές επιλογές.
Η βραδιά ξεκίνησε με το «Κοντσέρτο για βιολί» του Τσαϊκόφσκι. Σολίστας ήταν ο Λεωνίδας Καβάκος, η ερμηνεία του οποίου χαρακτηρίστηκε από υψηλότατες ποιότητες ήχου, τεχνικής εκτέλεσης και δεξιοτεχνίας. Κυρίαρχο στίγμα στην ανάγνωσή του προσέδωσε η συνειδητή αποχή από κάθε έκφραση γενναιόδωρα ρομαντικού συναισθήματος, όπως αυτό που έχουμε συνηθίσει να ακούμε στη μουσική του συνθέτη. Εξαιρώντας τις αναμενόμενα φορτισμένες κορυφώσεις, το εναρκτήριο Allegro moderato δόθηκε σε γενικά νηφάλιους τόνους, το μελωδικό υλικό εκτυλίχτηκε τακτικά, με κλινική καθαρότητα και εξαιρετική διαφάνεια ήχου. Το μέρος ελεύθερης δεξιοτεχνίας (cadenza) έρρευσε πολύ αργά, σε σχεδόν εκστατικούς τόνους, με μεγάλες στίξεις/σιωπές μεταξύ των φράσεων. Αντίθετα, το καταληκτικό Allegro vivacissimo λειτούργησε ως μεθυστικό ξέσπασμα βιρτουοζίστικης επίδειξης: ο απίστευτος συνδυασμός πραγματικά ιλιγγιώδους ταχύτητας και σφιχτής, οριακά συμπιεσμένης φραστικής με αψεγάδιαστη καθαρότητα άρθρωσης και αδιάλειπτο συντονισμό προς την ορχήστρα έκοψε την ανάσα!
Το δεύτερο μισό της βραδιάς κάλυψε η «Συμφωνία αρ. 5» του Μάλερ. Ο ήχος του θαυμάσιου ρωσικού συνόλου πρόβαλε πλούσιος, συμπαγής, αρθρωμένος σε τονισμένες αντιθέσεις κορεσμένων ηχοχρωμάτων, ενώ, ακριβώς λόγω του ξεκάθαρα μη γερμανικού προφίλ του, κίνησε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον ως εργαλείο στην ανάδειξη της πολυσύνθετης μουσικής δραματουργίας του συνθέτη. Λειτουργώντας με απόλυτη εγρήγορση αν και όχι αντίστοιχη ευαισθησία, ο Γκέργκιεφ αντιμετώπισε την παρτιτούρα της μαλερικής Συμφωνίας ως πρό(σ)κληση και ως πεδίο εφαρμογής για τον παροιμιώδη δυναμισμό και την «πρωτεϊκή» τραχύτητα των ερμηνειών του. Το αποτέλεσμα ήταν λίγο άνισο, αλλά γενικά πολύ καλό και κατά τόπους συναρπαστικό.
Εκδηλα άστοχο ήταν το ρομαντικού αυτοοικτιρμού εναρκτήριο μέρος, όπου ο Ρώσος αρχιμουσικός απέτυχε να θέσει σε κίνηση την πολυεπίπεδη μουσική διαλεκτική του Μάλερ: αντί να πάλλεται με λυγμό, το πένθιμο εμβατήριο σερνόταν, δίχως διαχωρισμούς επιπέδων και παραγράφων η μουσική αφήγηση έρρεε παρατακτικά και γραμμικά, το πάθος απλώς εξαντλήθηκε αντί να εκτονωθεί... Αντίθετα, το «θυελλώδες» β' μέρος και το τυπικά αμφίθυμο Scherzo, αμφότερα πιο ξεκάθαρου χαρακτήρα και σίγουρα με αλλεπάλληλες, εντυπωσιακές σελίδες, αποτέλεσαν πεδίον δόξης λαμπρό για τα σφιχτοδεμένα έγχορδα και τα εξαιρετικά πνευστά της ορχήστρας όσο και για το παροιμιώδες machismo του Γκέργκιεφ. Στο μελαγχολικό Adagietto έγινε αισθητή η έλλειψη χώρου για την εκτόνωση του έρποντος, συναισθηματικά υπερκορεσμένου μελωδικού υλικού. Εκπληκτικό σε οικονομία μεγεθών, σαφήνεια άρθρωσης και πλούτο λεπτομερειών ήταν το αρθρωμένο σε αναρίθμητα μικροεπεισόδια και δραματουργικά flash-backs καταληκτικό μέρος. *

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Πανόραμα έργων του Δ. Μητρόπουλου

Του Νικου Α. Δοντα "Καθημερινή 28/11/2010"

Ενα συνέδριο και δύο συναυλίες αφιερώθηκαν πρόσφατα στον Δημήτρη Μητρόπουλο με αφορμή τα 50 χρόνια από τον θάνατό του. Την οργάνωση των μουσικών εκδηλώσεων είχε το Εργαστήρι Ελληνικής Μουσικής του Τμήματος Μουσικών Σπουδών (ΤΜΣ) του Ιονίου Πανεπιστημίου, ενώ την επιστημονική επιμέλεια είχαν ο Χάρης Ξανθουδάκης και ο Γιάννης Σαμπροβαλάκης.
Η συναυλία της 14ης Νοεμβρίου στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» περιελάμβανε 11 (!) σύντομα έργα ή αποσπάσματα συνθέσεων που κάλυπταν σχεδόν το σύνολο της δημιουργικής δουλειάς του Μητρόπουλου. Με άλλα λόγια, ακούστηκαν έργα που γράφτηκαν το 1912, όταν ο συνθέτης ήταν μόλις 16 ετών, όπως επίσης συνθέσεις της ώριμης ηλικίας των 40 ετών, πριν ο Μητρόπουλος αφοσιωθεί πλήρως στη διεύθυνση ορχήστρας. Αναπόφευκτα, υπήρχε τεράστια ποικιλία ύφους, που κυμάνθηκε από συνθέσεις μεταρομαντικού ιδιώματος ως έργα επηρεασμένα από την ατονικότητα που ο Μητρόπουλος διδάχτηκε στο Βερολίνο. Κόσμοι ολόκληροι χωρίζουν τις ενθουσιώδεις εφηβικές πιανιστικές «Ονειροπολήσεις στην ακτή» ή το αντίστοιχο επίσης πιανιστικό «Σκέρτσο», από την επική μουσική για την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή (1936), που μαζί με την μουσική για τον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη (1937) είναι οι τελευταίες συνθετικές εργασίες του Μητρόπουλου.
Το πρώτο ατονικό έργο
Τα δύο πιανιστικά έργα που προαναφέρθηκαν, όπως επίσης το «Κομμάτι για πιάνο» του 1925, ερμήνευσε ο Θοδωρής Τζοβανάκης, χαρισματικός πιανίστας με μεγάλες ευκολίες, που επιπλέον μελετά το πιανιστικό έργο του Μητρόπουλου. Οι ανέσεις του, η δεξιοτεχνία, ο έλεγχος της δυναμικής αλλά κυρίως η αίσθηση της δομής, συνεπώς και των εκφραστικών ενοτήτων κάθε έργου, επιτρέπουν να μιλά κανείς για ερμηνείες και όχι απλές αναγνώσεις των κομματιών. Η ανάδειξη των αντιθέσεων στο «Σκέρτσο», αλλά και το χιούμορ, το «κλείσιμο του ματιού» στο τέλος, επιβεβαιώνουν τη μουσικότητα και την ευφυΐα του καλλιτέχνη.
Ο Τζοβανάκης συνόδεψε επίσης τη μεσόφωνο Αγγελική Καθαρίου σε τρία φωνητικά έργα: την «Κασσιανή» (1919) σε ποίηση Παλαμά, που γράφτηκε για την Κατίνα Παξινού, η οποία ξεκινούσε τη σταδιοδρομία της ως δραματική υψίφωνος, την «Αφροδίτη Ουρανία» (1924) σε ποίηση Σικελιανού και το τραγούδι «Παν» (1924;) επίσης σε ποίηση Σικελιανού.
Ο Σπύρος Γκιγκόντης, βιολί, και ο Χρήστος Σακελλαρίδης, πιάνο, απέδωσαν το νεανικό «Συναυλιακό κομμάτι» (1913) και την ενδιαφέρουσα «Οστινάτα σε τρία μέρη» (1926;), το πρώτο έργο Ελληνα συνθέτη που γράφτηκε σε δωδεκαφθογγικό σύστημα. Το Κουαρτέτο του ΤΜΣ του Ιονίου πανεπιστημίου απέδωσε τον «Χορό των φαύνων» (1915) ενώ ο Μίλτος Λογιάδης διηύθυνε τα Χορωδιακά και Ενόργανα σύνολα του ίδιου θεσμού σε αποσπάσματα από τη μουσική για την «Ηλέκτρα», όπως επίσης στην τελική σκηνή από την όπερα «Αδελφή Βεατρίκη» (1920).

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Ντόιτσε Γκράμοφον: ολική επαναφορά

Ενας ιστορικός δισκογραφικός θησαυρός κλεισμένος σε τέσσερα πακέτα εκδόσεων με dvd και cd
Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ -"Ελευθεροτυπία 23/11/2010"
Πέρυσι, η γερμανική δισκογραφική εταιρεία Deutsche Grammophon συμπλήρωσε 111 χρόνια ζωής. Επενδύοντας εύστοχα στη συμβολική δυναμική του αριθμού αυτού, που ταυτίζεται με τον αριθμό έργου (opus) της τελευταίας πιανιστικής σονάτας του Μπετόβεν, οι υπεύθυνοι της «κίτρινης κυρίας» γιόρτασαν την επέτειο προγραμματίζοντας τέσσερα πακέτα εκδόσεων:
6 cd με 111 σύντομα αποσπάσματα διάσημων ηχογραφήσεων, 13 dvd με όπερες και συμφωνικές συναυλίες, ένα τόμο με την αναλυτική ιστορία της εταιρείας και μια «Εκδοση για συλλέκτες» των 55 cd με ισάριθμες αναπαραγωγές αυτοτελών δισκογραφικών καταγραφών.
Η ανταπόκριση του αγοραστικού κοινού αποδείχτηκε πέραν πάσης προσδοκίας. Ετσι αποφασίστηκε όχι μόνον επανέκδοση του πρώτου τόμου -που είχε εξαντληθεί αστραπιαία!- αλλά και έκδοση ενός δεύτερου, ένα χρόνο αργότερα. Ηδη διαθέσιμη, η δεύτερη «Εκδοση για συλλέκτες» περιλαμβάνει 56 cd, που αθροιζόμενα προς αυτά της προηγούμενης καταλήγουν και πάλι -πού αλλού;- στον μαγικό αριθμό 111.
Οι ηχογραφήσεις που περιλαμβάνονται στο όμοια δελεαστικό sequel ξεκινούν ακόμη παλιότερα, από την εποχή των μονοφωνικών 78άρηδων, με μια εκπληκτική, άριστα ψηφιοποιημένη «Συμφωνία αρ. 4» του Μπραμς υπό τον Ντε Σάμπατα, καταγραμμένη το 1939! Βεβαίως, διασχίζοντας όλες τις μεταπολεμικές δεκαετίες, καταλήγουν στον «καλύτερο κι απ' την πραγματικότητα» ψηφιακό, στερεοφωνικό ήχο του σήμερα. Οι ερμηνείες καλύπτουν και πάλι εξαιρετικά ευρύ φάσμα, από τον επίλογο της δράσης των μεγάλων ερμηνευτών του μεσοπολέμου έως τις νεόκοπες, απαστράπτουσες αναγνώσεις των κλασικών από την τρέχουσα, διεθνή εμπροσθοφυλακή των νεότατων καλλιτεχνών που κρατούν κυριολεκτικά στα χέρια τους την επιβίωση της σοβαρής μουσικής στο αφιλόξενο μέλλον του -και πολιτιστικά πλέον- παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος.
Ιερά τέρατα και 30άρηδες
Αυτή τη φορά δίπλα στα ιερά τέρατα του παρελθόντος και τις αυτονόητες κορυφαίες επιτυχίες εμφανίζονται αισθητά ενισχυμένα αφ' ενός η παρουσία των εν λόγω τριαντάρηδων μουσικών (Ντουνταμέλ, Λανγκ-Λανγκ, Γκριμό, Χίλαρι Χαν, Γκαράντσα, Ουάνγκ κ.ά.), αφ' ετέρου τα οπερατικά ρεσιτάλ (Ντομίνγκο, Τέρφελ, Μπατλ, Βιγιασόν/Νετρέμπκο, Φον Οτερ, Κοζενά) και οι δημοφιλείς ανθολογίες ελασσόνων κομματιών.
Χρονολογικά, οι ηχογραφήσεις ξεκινούν από τον «αρχαίο» Μπραμς του Ντε Σάμπατα (1939) και τον Σούμπερτ του Φουρτβένγκλερ (1957), περνούν στον Τσαϊκόφσκι του Μραβίνσκι (1961), τον Ροντρίγκο του Γιέπες (1978) και τον Ντεμπισί του Μπουλέζ (1995), και φτάνουν ώς τη λατινοαμερικάνικη «Φιέστα» του Ντουνταμέλ (2008) και το «Σονάτες και Σπουδές» της Κινέζας Γιούτζα Ουάνγκ (2009). Ασυζητητί δεσπόζουν οι ουκ ολίγες ηχογραφήσεις-μνημεία που λειτούργησαν για δεκαετίες ως ανυπέρβλητοι κανόνες: Μπρούκνερ με Γιόχουμ (1967), η «Τραβιάτα» του Κλάιμπερ με Κοτρουμπάς και Ντομίνγκο (1977), «Γερμανικό Ρέκβιεμ» με Κάραγιαν (1964), Σούμαν με Ρίχτερ (1957), κοντσέρτα Προκόφιεφ και Ραβέλ με Αργκεριχ (1967), «Τιτάν» με Μπέρνσταϊν (1989).
Βεβαίως, η παλαιότερη μουσική δεν θα μπορούσε να λείπει ούτε από τη δεύτερη «Εκδοση για συλλέκτες»: Μπαχ των Ντίσκαου-Ρίστενπαρτ (1953) αλλά του Πίνοκ (1982), Κ.Φ.Ε.Μπαχ με Ρίχτερ (1970), μουσική γοτθικής περιόδου με Μάνρο (1976). Βαρύνουσα παρουσία έχει ο Μότσαρτ: άριες με Κοζενά/Ρατλ (2006), «Μεγάλη Λειτουργία» με ΜαΚρις (2005), κοντσέρτα πνευστών με Μπεμ (1974), κοντσέρτα για πιάνο με Πίρες/Αμπάντο (1993). Ακόμη και ο μοντερνισμός τιμάται, βεβαίως ...συγκρατημένα, μέσω του μινιμαλισμού: «Drumming» του Στιβ Ράιχ (1974) -δείγμα της κάποτε ηρωικής επένδυσης της DG στη μεταπολεμική αβάντ-γκαρντ!-, κοντσέρτα για βιολί των Γκλας και Σνίτκε με Κρέμερ (1993), «Αϊρε» του Γκολιχόφ με Ντον Απσο (2005).
Μουσική ζωντανή
Πριν, όμως, παραδοθούμε στην απολαυστική εξερεύνηση αυτού του ιστορικού θησαυρού επιβάλλεται μια στιγμιαία στάση κριτικού αναστοχασμού. Ας θυμηθούμε, λοιπόν, ότι στην Ελλάδα της περασμένης εξηκονταετίας, ολόκληρες γενιές φιλόμουσων, πολλοί εκ των οποίων δεν μεγάλωσαν καν στο υποτίθεται μουσικά προνομιούχο περιβάλλον της πρωτεύουσας, αναγκαστικά γνώρισαν την κλασική μουσική μόνο μέσα από δισκογραφίες όπως αυτή της DG. Στη φανατική, ειδωλολατρική τους προσήλωση -ας μην πω «κόλλημα»- στο ακριβό αντικείμενο της απόλαυσής τους σπανίως είχαν συναίσθηση πως ό,τι έχει αποτυπωθεί σ' αυτούς τους δίσκους αντιστοιχούσε σε μέγιστο βαθμό στην ενεργό μουσική ζωή της Δυτικής Ευρώπης· με άλλα λόγια, πριν «ακινητοποιηθεί» στις συσκευές καταγραφής των στούντιο, η μουσική ήταν πάντα ζωντανή. Καλές ακροάσεις! *

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Εύκολες επιλογές από τον Μίσα Μάισκι

Tου Νικου Α. Δοντα "Καθημερινή 31-10-2010"
Με τον διάσημο τσελίστα Μίσα Μάισκι εγκαινίασε τη φετινή του καλλιτεχνική περίοδο το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Παλιός γνώριμος, με εμφανίσεις στο Μέγαρο αλλά και στο Φεστιβάλ Αθηνών, ο Μάισκι επανήλθε στις 14 Οκτωβρίου στην Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», όπου έδωσε ρεσιτάλ συνοδευόμενος από την 23χρονη κόρη του Λίλι.
Αναμφίβολα ένας τσελίστας της νεότερης γενιάς όπως ο Νορβηγός Τρουλς Μερκ, ο Γάλλος Γκοτιέ Καπισόν, η Σολ Γκαμπέτα από την Αργεντινή, ακόμα και η Κορεάτισσα Χαν-Να Τσανγκ, δεν θα γέμιζε την αίθουσα. Ωστόσο, ενδεχομένως να είχε να προτείνει πρόγραμμα πιο ενδιαφέρον από αυτό του Μάισκι. Ο εβραϊκής καταγωγής αστέρας γέμισε μεγάλο μέρος της διάρκειας της βραδιάς με κομμάτια που άλλοι προτιμούν ως «ανκόρ». Εύκολες, εύπεπτες επιλογές, που φυσικά δεν απογοήτευσαν κανέναν.
Η βραδιά ξεκίνησε χλιαρά με τις «Επτά παραλλαγές» για τσέλο και πιάνο του Μπετόβεν, βασισμένες σε θέμα από την όπερα «Ο μαγικός αυλός» του Μότσαρτ. Περιττό να σημειώσει κανείς για πολλοστή φορά ότι παρά τη θαυμάσια ακουστική, λόγω του μεγέθους της, η συγκεκριμένη αίθουσα του Μεγάρου δεν είναι η καταλληλότερη για έργα μουσικής δωματίου. Χρειάζεται χρόνος μέχρι να εξοικειωθεί το αυτί με την ένταση των οργάνων, αλλά ακόμα και τότε χάνονται αρκετά από τα στοιχεία της γραφής των έργων όπως επίσης των εκλεπτύνσεων μιας ερμηνείας. Χάθηκαν στην αρχή και μερικές από τις νότες κάτω από τα δάκτυλα της Λίλι, η οποία όμως γρήγορα βρήκε την αυτοπεποίθησή της και στάθηκε άξια πλάι στον πατέρα της στα «Φανταστικά κομμάτια» έργο 73 του Ρόμπερτ Σούμαν, που δόθηκαν σε μεταγραφή για τσέλο και πιάνο. Ηταν ίσως η ευτυχέστερη στιγμή της βραδιάς.
Ακολούθησε η πολύ προσωπική, συναισθηματικά ιδιαίτερα φορτισμένη ανάγνωση της Σονάτας για τσέλο και πιάνο του Ντεμπισί. Με οδηγό το πάθος, ο Μάισκι οδηγήθηκε σε ακραίες ταχύτητες, είτε υπερβολικά γρήγορες είτε, πάλι, ακραία αργές.
Ισπανικό άρωμα
Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας ακούστηκαν έργα Ισπανών συνθετών, του Ενρίκε Γρανάδος, του Ισαάκ Αλμπένιθ, του Γασπάρ Κασαδό και του Μανουέλ ντε Φάγια. Τόσο η «Λαϊκή ισπανική σουίτα» του τελευταίου, μεταγραφή των «Επτά λαϊκών ισπανικών τραγουδιών», όσο και όλες οι υπόλοιπες σύντομες μουσικές σελίδες στηρίζονται κατά μείζονα λόγο στην απόδοση του τοπικού χρώματος, συνεπώς στη γοητεία της ερμηνείας.
Δεν δυσκολεύεται να φανταστεί κανείς ότι ο Μάισκι κέρδισε το όχι και τόσο απαιτητικό στοίχημα. Εμπειρος και χαρισματικός, διαμόρφωνε τις φράσεις τονίζοντας με έμφαση στοιχεία ρυθμού και αναδεικνύοντας διατυπώσεις πρόδηλου πάθους. Εκτός προγράμματος έκλεισε τον κύκλο, επιλέγοντας σελίδες των Σκριάμπιν, Σοστακόβιτς και Ρίχαρντ Στράους.

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Μίσα Μάισκι: ακμαίος και αυτάρεσκος

Ο τσελίστας, συνοδευόμενος στο πιάνο από την κόρη του,
εμφανίστηκε στο Μέγαρο Μουσικής (φωτογρ.: Μπίλιος)

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ "Ελευθεροτυπία 26/10/2010"
Με ρεσιτάλ μουσικής δωματίου του Μίσα Μάισκι και αισθητή καθυστέρηση σε σχέση με άλλες χρονιές εγκαινίασε τη νέα καλλιτεχνική περίοδο ο ΟΜΜΑ (14/10/2010). Ασφαλώς δεν ήταν η πρώτη φορά που ο διεθνούς φήμης τσελίστας έπαιζε για το αθηναϊκό κοινό: τον έχουμε ξανακούσει παλαιότερα στο Μέγαρο Μουσικής και στο Φεστιβάλ Αθηνών, σε μουσική δωματίου και συμφωνικό ρεπερτόριο.
Στο ρεσιτάλ του στην πραγματικά κατάμεστη αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» τον συνόδευσε η 23χρονη κόρη του, Λίλι Μάισκι.
Οι εντυπώσεις που αποκομίσαμε ήταν αισθητά άνισες, κατ' αρχήν λόγω της ετερόκλητης σύνθεσης του προγράμματος, του οποίου το β' μέρος περιλάμβανε αποκλειστικώς σύντομα χαρακτηριστικά κομμάτια ισπανικής μουσικής από αυτά που άλλοι σολίστες προσφέρουν... εκτός προγράμματος. Αλλά και του α' μέρους οι ερμηνείες ήχησαν συχνά εκτός ισορροπίας. Βεβαίως, ουδείς αμφισβητεί ότι ο 62χρονος Μάισκι είναι ένας από τους ακμαίους, απολύτως κορυφαίους τσελίστες του παρόντος. Ομως, με εξαίρεση το εναρκτήριο μπετοβενικό κομμάτι που παίχτηκε ισορροπημένα, τα υπόλοιπα δύο ήχησαν ως αυτάρεσκες επιδείξεις δεξιοτεχνίας.
Οντως, οι «Επτά παραλλαγές στο θέμα του ντουέτου Παμίνας-Παπαγκένο από τον Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ» δόθηκαν με ωραίο ήχο και αβίαστο ειρμό, ευαίσθητο πλάσιμο φραστικής, ταιριαστά τραγουδιστική μελωδικότητα και ευφυείς υπογραμμίσεις των υφολογικών «πάρε-δώσε» μεταξύ Μότσαρτ και Μπετόβεν. Αντίθετα, η τσελιστική μεταγραφή των «Φανταστικών κομματιών για κλαρινέτο-πιάνο» του Σούμαν και η ώριμη «Σονάτα για τσέλο» του Ντεμπισί εκτελέστηκαν -αν και τεχνικώς άψογα- με ακραία υψηλές ταχύτητες και αντιθέσεις δυναμικής, που δεν επέτρεπαν στον ήχο να εκτονωθεί και συμπίεζαν παραμορφωτικά το ξετύλιγμα της μουσικής αφήγησης.
Μοιραία, η διαδικασία πρόσληψης σύρθηκε σε έναν αγώνα δρόμου που ακύρωνε την απόλαυση, ενώ ακόμη και όσοι γνώριζαν τα έργα αυτά άριστα, δυσκολεύονταν να παρακολουθήσουν το ακρόαμα. Ομολογουμένως, στη δυσκολία αυτή συνέτεινε και το μεγάλο μέγεθος της αίθουσας σε σχέση με την ηχητική χροιά του τσέλου, κάτι που ο σολίστας θα όφειλε ίσως να είχε λάβει υπόψη του.
Στο β' μέρος, η παρέλαση δημοφιλών κομματιών των Γκρανάντος, Αλμπένιθ, Κασαδό και Ντε Φάγια ενθουσίασε το ακροατήριο, στο επίμονο χειροκρότημα του οποίου ανταποκρίθηκε ο Μάισκι προσφέροντας ακόμη τρία σύντομα κομμάτια -αυτή τη φορά εκτός προγράμματος!- των Σκριάμπιν, Σοστακόβιτς και Ρίχαρντ Στράους.
Ανισο αφιέρωμα στον Σούμαν
Στον Σούμαν (1810-1856), κορυφαίο συνθέτη του Γερμανικού Ρομαντισμού, από τη γέννηση του οποίου συμπληρώθηκαν φέτος 200 χρόνια, ήταν αφιερωμένο το ρεσιτάλ που έδωσαν η πιανίστρια Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου και η υψίφωνος Φανή Αντωνέλου στο Ινστιτούτο Γκέτε (11/10/2010). Η υπόγεια αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη από ποικίλης σύνθεσης φιλόμουσο κοινό. Οι εντυπώσεις που αποκομίσαμε από το ρεσιτάλ ήταν έντονα άνισες. Η ιδιαίτερη σχέση της Ελληνίδας πιανίστριας με τον Σούμαν είναι γνωστή και βεβαίως δεν ήταν η πρώτη φορά που την ακούγαμε να ερμηνεύει έργα του. Προλογισμένες από την πιανίστρια με σύντομα, περιεκτικά και εύστοχα, εισαγωγικά σχόλια, οι αναγνώσεις της «Κραϊσλεριάνας» και των «Οκτώ κομματιών φαντασίας» έργο 12 χαρακτηρίστηκαν από υπερβολικά υψηλά επίπεδα ενέργειας που συχνά υπονόμευαν τη συνοχή της μουσικής. Τραχιές, βάναυσες εξάρσεις δυναμικής, ενίοτε βαρύς και δυσκίνητος ήχος και κατά τόπους νευρικό παίξιμο, αντί να συνθέτουν αρμονικά τις χαρακτηριστικές, εγγενείς αντιθέσεις της ανήσυχης γραφής του Σούμαν, παρήγαν μουσικό ειρμό ασυνεχή και αποσπασματικό.
Η προσέγγιση αυτή ουδόλως εμπόδιζε κάποια μέρη -π.χ. το κελαρυστό αρ.7 και το γεμάτο σπουδή καλπασμό του αρ.8 της «Κραϊσλεριάνας», τα αρ.2 και αρ.7 του έργου 12- να ηχήσουν αίφνης θαυμάσια. Επίσης ευνόησε ιδιαίτερα τα αργά, λυρικά, εσωστρεφή κομμάτια προσδίδοντάς τους υποβλητικό βάρος και βάθος. Το β' μισό της βραδιάς άνοιξε η υψίφωνος Φανή Αντωνέλου τραγουδώντας τον «Κύκλο 12 τραγουδιών» σε ποίηση Αϊχεντορφ. Βραβευμένη σε ουκ ολίγους διεθνείς διαγωνισμούς και με ικανή σκηνική εμπειρία σε όπερα, η Ελληνίδα λυρική τραγουδίστρια κατέχει μία καλοεστιασμένη φωνή άψογης ορθοτονίας, αλλά μάλλον ρηχή, με το κέντρο βάρους της αρκετά ψηλά, η οποία αντί για φυσικό παλμό (vibrato) έχει ένα γρήγορο τρέμολο. Οι ερμηνείες της υπήρξαν ελεύθερες λαθών, προσεκτικά αρθρωμένες, δοσμένες με αντίληψη του δραματικού βάρους της μουσικής, απλά, λόγω του ιδιάζοντος χαρακτήρα της φωνής, ήχησαν κάπως παράδοξα. *