Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Εξαιρετικός Μπετόβεν από τον Β. Χριστόπουλο

Του Νικου A. Δοντα "Καθημερινή 26/9/2010"
Απολύτως επιτυχημένη υπήρξε η εναρκτήρια συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης (ΚΟΘ), που πραγματοποιήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής της συμπρωτεύουσας. Ο Βασίλης Χριστόπουλος διηύθυνε την εισαγωγή του Μπετόβεν στον «Εγκμοντ» του Γκαίτε, την Πέμπτη Συμφωνία του ίδιου συνθέτη και το Κοντσέρτο για πιάνο «Ανθρωπος θλίψεων» - «Man of Sorrows» του Γιώργου Τσοντάκη. Σολίστ ήταν η Μαρία Αστεριάδη.
Στο Κοντσέρτο του Ελληνοαμερικανού συνθέτη η προφανής αναφορά υπήρξε ο Ολιβιέ Μεσσιάν, τόσο λόγω της επιλογής του θρησκευτικού στοιχείου ως αφετηρία έμπνευσης όσο και λόγω της ενορχήστρωσης, με συγκεκριμένες, χαρακτηριστικές συνεισφορές του φλάουτου και της άρπας. Το πιάνο αξιοποιήθηκε λιγότερο για την έκφραση μελωδικού στοιχείου. Εδρασε πρωτίστως ως κρουστό όργανο κατά το πρότυπο του Μπάρτοκ, εκφράζοντας νευρικά και με αγωνιώδη τρόπο την ένταση των συναισθημάτων. Μεμονωμένες μελωδικές, «νεορομαντικές» φράσεις, που αποδίδονταν είτε από το πιάνο είτε από κάποιο άλλο όργανο, επέτειναν την εντύπωση της αγωνίας. Η Μαρία Αστεριάδη ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις με δυνατό, μυώδες παίξιμο, ενώ διέθετε επίσης τον λυρισμό για τον συναισθηματισμό της μουσικής.
Η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης είναι σύνολο που μοιάζει διαρκώς να βελτιώνεται. Το γεγονός προφανώς πιστώνεται στον καλλιτεχνικό της διευθυντή Μύρωνα Μιχαηλίδη. Γνωστά είναι τα έγχορδά της, με τον γεμάτο ήχο που η αντήχηση της συγκεκριμένης αίθουσας εμπλουτίζει περαιτέρω. Αυτή τη φορά η έκπληξη ήρθε από τα πνευστά, ξύλινα και χάλκινα, ιδιαίτερα δε τα κόρνα, που στάθηκαν σε ανάλογα υψηλό επίπεδο. Εχοντας, λοιπόν, ένα ικανό σύνολο στα χέρια του και προφανέστατα αντιλαμβανόμενος ότι στη συγκεκριμένη αίθουσα δεν μπορεί να ζητήσει γοργές ταχύτητες πέρα από ένα όριο, καθώς η υπερβολική αντήχηση «μουντζουρώνει» το αποτέλεσμα, ο Βασίλης Χριστόπουλος διηύθυνε εξαιρετικά τα έργα του Μπετόβεν.
Σύγχρονη αισθητική
Σαφής δομή, επιτυχημένες κλιμακώσεις, ένταση χωρίς όμως να βροντά ούτε καν στις τελικές συγχορδίες της Πέμπτης όπως συμβαίνει συχνά, μεγαλοπρέπεια χωρίς στόμφο ειδικά στα δύο πρώτα μέρη του ίδιου έργου: Αυτά ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά μιας ερμηνείας που σεβάστηκε την παράδοση αλλά και τη σύγχρονη, ιστορικά ενημερωμένη αισθητική. Εδειξε επίσης ότι ο 35χρονος αρχιμουσικός, από το 2005 διευθυντής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νοτιοδυτικής Γερμανίας, εξελίσσεται ευχάριστα.
Ας παραμείνουν λοιπόν στην αλλοδαπή και αυτός, και ο Κων. Καρύδης, και ο Θεόδωρος Κουρεντζής και τόσοι άλλοι. Εκεί, όπου δίνονται ευκαιρίες σε νέους μουσικούς να εξελιχθούν. Ας μείνουν εκεί όπου σε θεσμούς που έχουν σχέση με τη μουσική, την απόλυτη προτεραιότητα έχει η μουσική.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Ενας παραμυθένιος «Μαγικός Αυλός» "Καθημερινή 12/9/2010"

Του Νικου Α. Δοντα
Οι ερμηνείες του Ρενέ Γιάκομπς στις όπερες του Μότσαρτ έχουν ταράξει τα νερά. Εδώ και περίπου μία δεκαετία υποστηρίζει στα θέατρα και καταγράφει για δίσκους ερμηνείες με βασικό χαρακτηριστικό τη στενότατη συνομιλία ανάμεσα στο ποιητικό και στο μουσικό κείμενο. Μέγιστη πρόκληση αποτελεί ο «Μαγικός Αυλός», καθώς εδώ τα μουσικά μέρη συνδέονται με πεζούς διαλόγους. Η πρόταση του Φλαμανδού αρχιμουσικού παρουσιάστηκε πέρυσι στο Αιξ της Προβηγκίας και διατίθεται εδώ και λίγες μέρες χάρη σε εξαιρετική ηχογράφηση της harmonia mundi.
Ο Γιάκομπς όχι μόνον δεν υποτιμά και δεν περικόπτει την πρόζα του Σικανέντερ, όπως συμβαίνει συχνά, αλλ’ αντίθετα την αναδεικνύει: Στηρίζει με εμβόλιμη μουσική και ατμοσφαιρικούς ήχους τους διαλόγους, ενώ στα μουσικά μέρη σχηματίζει τις φράσεις έτσι ώστε να προβάλλεται με σαφήνεια ο λόγος. Το ακρόαμα αποκτά πυκνότητα και ένταση θεατρικής παράστασης, πολύ περισσότερο που οι βασικοί τραγουδιστές προέρχονται από τον γερμανόφωνο χώρο και αποδεικνύονται θαυμάσιοι ηθοποιοί. Ακόμα και στον ακροατή, στερημένο από το θέαμα, γίνεται κατανοητό ότι η όπερα του Μότσαρτ ανήκει στην παράδοση των «μαγικών έργων» και των «κωμωδιών με σκηνικές μηχανές» που ήταν της μόδας στη Βιέννη στα τέλη του 18ου αιώνα.
Γνώση και φαντασία
Αφετηρία για τον Γιάκομπς αποτελεί το πρωτότυπο μουσικό κείμενο του Μότσαρτ, που αποκαθίσταται στην αρχική του μορφή. Ετσι, σε ορισμένους ίσως λείψει η τρίτη στροφή από το γνωστό αρχικό τραγούδι του Παπαγκένο: Καθώς προστέθηκε το 1795, δηλαδή τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του συνθέτη, ο Γιάκομπς την αφαιρεί. Με ανάλογη προσοχή αντιμετωπίζονται οι χρονικές διάρκειες κάθε νότας, αλλά και οι ταχύτητες. Ως αποτέλεσμα επιτυγχάνονται μεγάλη πλαστικότητα και εύστοχες αντιπαραθέσεις, που δίνουν νέο νόημα σε αυτά που θεωρούσαμε δεδομένα.
Καθώς προέρχεται από τον κόσμο της παλαιάς μουσικής, όπως και ο πρόσφατα εκλιπών Τσαρλς Μακέρας, ο Γιάκομπς πιστεύει ότι ο Μότσαρτ διάνθιζε πολύ περισσότερο τη μουσική του απ’ ό,τι συνθέτες του μπαρόκ και σίγουρα περισσότερο απ’ όσο ανεχόμαστε εμείς σήμερα. Ετσι, προσφέρει στους τραγουδιστές του ποικίλματα που αρχικά μοιάζουν στα όρια της εκζήτησης, αλλά τελικά αποδεικνύεται ότι υποστηρίζουν την έκφραση.
Αναμφίβολα το επιτυχημένο αποτέλεσμα στηρίζεται στην κατάλληλη επιλογή φωνών, τον λυρικό Ταμίνο του Ντάνιελ Μπέλε, τη δροσερή Παμίνα της γνωστής μας Μαρλίς Πέτερσεν, την αλαζονική βασίλισσα της Αννα-Κριστίνα Κάπολα, τον κεφάτο Παπαγκένο του Ντάνιελ Σμούτσχαρτ, τον πειστικό Σαράστρο του Μάρκος Φινκ, καθώς φυσικά και στο ακριβές, γεμάτο χρώματα παίξιμο του συνόλου «Ακαδημία παλαιάς μουσικής του Βερολίνου». Για τους νεότερους μια γοητευτική γνωριμία με το έργο, για τους παλαιότερους μια ευχάριστη ανανέωση.

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Καινούργιοι σολίστες με την ΚΟΑ -Eλευθεροτυπία 8/9/2010

Ο βιολιστής Ντόριαν Ιντρίζι, η πιανίστρια Ελένη Νταφέκα, ο κορνίστας Ιωάννης Γούναρης και ο βιολιστής Ευγένιος Ζημπάι ήταν ανώτεροι από τη μέτρια ορχήστρα (photo: Ακριβιάδης)
Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ
Στριμωγμένη στο τέλος της καλλιτεχνικής περιόδου 2009-2010 ήταν η συναυλία στην οποία η ΚΟΑ συνόδεψε τέσσερις καινούργιους σολίστες σε κοντσέρτα (Μέγαρο Μουσικής 18/6/2010).
Το επίπεδό τους ήταν γενικά υψηλό και το παίξιμό τους συγκράτησε αδιάλειπτα το ενδιαφέρον, ωστόσο ο αρχιμουσικός Αλέξης Αγραφιώτης άντλησε από την ορχήστρα μέτρια αποτελέσματα υπονομεύοντας γενικά την αρτιότητα των ερμηνειών.
Πρώτος ο 27χρονος Ευγένιος Ζημπάι, μέλος της ορχήστρας της ΕΛΣ, έπαιξε την «Τσιγγάνα» του Ραβέλ. Από τις πρώτες ασυνόδευτες νότες φάνηκε ότι ο Αλβανός βιολιστής διέθετε πλούσιο, στιβαρό, ορθοτονικά ασφαλέστατο ήχο με ελεγχόμενη κύμανση ηχοχρώματος. Σε αυτά προστέθηκαν στη συνέχεια άνεση στη δεξιοτεχνία, άριστη αντίληψη της ρυθμικής δομής και του χαρίεντος ύφους της μουσικής.
Ακολούθησε ο κορνίστας και μέλος της ΚΟΑ Ιωάννης Γούναρης στο «Κοντσέρτο για κόρνο» του Φραντς Στράους. Οσο επέτρεψε να διακρίνουμε η θολή χαοτική συνοδεία της ΚΟΑ, ο 29χρονος Κερκυραίος σολίστας δάμασε με άνεση και αυτοπεποίθηση τη συμβατικά δεξιοτεχνική γραφή του κοντσέρτου, προσφέροντας μια ανάγνωση με αναμενόμενα βελούδινες μελωδικές παραγράφους και στριγκές, λαμπερές κορυφώσεις.
Η πιανίστρια Ελένη Νταφέκα έπαιξε τις «Συμφωνικές παραλλαγές» του Σεζάρ Φρανκ. Παρά την εκφραστικά στεγνή, άνευρη συνοδεία, η ανάγνωσή της χαρακτηρίστηκε από ακρίβεια, τεχνική επάρκεια και σωστή αντίληψη του στίγματος της μουσικής, ειδικά του εσωστρεφούς λυρισμού και του ιδιάζοντος μελωδισμού με το διστακτικά βηματιστό ξετύλιγμα της φραστικής.
Τελευταίος έπαιξε ο Ντόριαν Ιντρίζι, έκτακτο μέλος των πρώτων βιολιών της ΕΛΣ. Ο 26χρονος Αλβανός μουσικός πρόσφερε μια ωραία, στρωτή ερμηνεία του «Κοντσέρτου για βιολί» του Σιμπέλιους. Την εκτέλεση χαρακτήρισαν ήχος γεμάτος και ασφαλής, γεμάτος αυτοπεποίθηση, καλοζυγιασμένες και καλοφινιρισμένες δοξαριές, σωστή αίσθηση των διαθέσεων της μουσικής. Ειδικά στο καταληκτικό Allegro με τις ακραίες απαιτήσεις ρυθμικής και τονικής σαφήνειας εντυπωσίασαν η ακρίβεια της φραστικής, η αθλητική εγρήγορση και η καθαρή, δυναμικά τονισμένη άρθρωση. Παρ' ότι η ένταση της ανάγνωσης φανέρωνε ότι ο βιολιστής συχνά έπαιζε στο όριο των δυνατοτήτων του, το εντυπωσιακά άρτιο αποτέλεσμα με την ωραία, εύστοχα συνεκτική αντίληψη της μουσικής δραματουργίας έδειξε ότι είχαμε εμπρός μας έναν καλό, εξελίξιμο σολίστα.
Τι Σούμπερτ, τι Χατζιδάκις;
Τη 16η επέτειο του ιδρυτή της, Μάνου Χατζιδάκι (1925-1994), τίμησε η εμφανώς συρρικνωμένη Ορχήστρα των Χρωμάτων υπό τον Μίλτο Λογιάδη στο Μέγαρο Μουσικής (20/6/2010). Στο πρώτο μισό της βραδιάς ακούστηκαν η «Ημιτελής» του Σούμπερτ και η «Μπαλάντα για πιάνο και ορχήστρα» του Φρανκ Μαρτέν, στο δεύτερο «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» (1965) του Χατζιδάκι. Η επιλογή υπήρξε τουλάχιστον αψυχολόγητη. Οι υπεύθυνοι έκριναν σωστό να (αντι)παραθέσουν δύο έργα αμιγώς σοβαρής μουσικής προοριζόμενα για αίθουσα συναυλιών με μια δημοφιλή σουίτα ελαφράς μουσικής αποτελούμενη από «δέκα τραγούδια δίχως λόγια», μεταγραμμένα για ορχήστρα και ενορχηστρωμένα με ηχητικές ισορροπίες δισκογραφικού ακροάματος (χρήση κιθάρας και τσέμπαλου με ηχητική ενίσχυση σε συνδυασμό με συμφωνικό σύνολο).
Αρχικά η σπαρακτική παραίτηση της «Ημιτελούς» και η αριστοκρατική εκζήτηση της μπαλάντας του Μαρτέν, που απέδωσε με ακρίβεια και ωραίο ρυθμικό παλμό η Ελενα Χριστοδούλου· ύστερα η δημοφιλής, χαμένη -και-αναδημιουργημένη παρτιτούρα του «Χαμόγελου», στιλιστικά υβριδική, με βάρος και αφηγηματική λογική κινηματογραφικής μουσικής. Ομως τα δύο είδη αντιπροσωπεύουν κλειστά σύνολα αισθητικών και πνευματικών αξιών με ριζικά διαφορετικό βάρος, βάθος και αντοχές στον χρόνο. Να απορήσουμε που η αντιπαράθεση έκανε το χιλιοακουσμένο «Χαμόγελο» να ηχήσει γλυκερό, υπερβολικά εύκολο, αφελώς ατμοσφαιρικό; Μάλλον όχι! Ο ισοπεδωτικός ιδεολογικός παρονομαστής τέτοιων προτάσεων, που αντιμετωπίζει τα δύο διαφορετικά ως ομοτάξια, έχει ήδη διαστρεβλώσει σοβαρά τα μουσικά πράγματα του τόπου. Επιπλέον, ουδείς γνωρίζει αν ο Χατζιδάκις θα επιθυμούσε ή θα ενέκρινε τέτοια βεβιασμένη συστέγαση ακροαμάτων.
Σε κάθε περίπτωση, ειδικά αυτού του τύπου οι αστοχίες κάθε άλλο παρά συνιστούν συνέχιση των προτάσεών του για δημιουργία διευρυμένης μουσικής δεκτικότητας/πρόσληψης που εισηγείτο προ δεκαετιών, όταν συνέθετε τα προγράμματα των πρώτων εμφανίσεων της ορχήστρας. Αλλωστε, ο χρόνος περνά και τα πράγματα εξελίσσονται. Με ακέραιο, λοιπόν, τον αυτονόητο σεβασμό στον μακαρίτη δημιουργό του «Χαμόγελου», νομίζουμε ότι η γειτνίαση -όσο καλά κι αν αποδόθηκαν τα μέρη της- «κλότσησε» και μάλιστα βίαια. Επιπλέον, τον αδίκησε κατάφωρα! *

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Νιάτα, αδρεναλίνη και επαγγελματισμός

Του Νικου Α. Δοντα "Καθημερινή 18-07-2010"
Μία ημέρα μετά τη Φιλαρμονική της Βιέννης υπό τον Ρικάρντο Μούτι εμφανίστηκε στο Ηρώδειο ένα ραγδαία ανερχόμενο αστέρι της μπαγκέτας, ο Βενεζουελάνος Γκουστάβο Ντουνταμέλ με την ορχήστρα «Σιμόν Μπολίβαρ». Είναι προφανές ότι το λατινοαμερικάνικο σύνολο δεν διαθέτει ούτε τον ήχο ούτε τις εκλεπτύνσεις της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης. Εχει όμως εκρηκτικά νιάτα και εμφανή ενθουσιασμό για τη μουσική που παίζει. Επιπλέον, διαθέτει έναν προικισμένο αρχιμουσικό, ικανό να εμπνεύσει τους μουσικούς του και να συνεπάρει το κοινό.
Στις 23 Ιουνίου, στο κατάμεστο ρωμαϊκό ωδείο στους πρόποδες του Ιερού Βράχου τα παιδιά του «Ελ Συστέμα» ξεκίνησαν το πρόγραμμά τους με μια «Πέμπτη» του Μπετόβεν, που ξέφευγε από τα συνηθισμένα. Παρά τον μεγάλο όγκο της ορχήστρας ο Ντουνταμέλ πέτυχε σύντομες κοφτές φράσεις και σβέλτες ταχύτητες, χάρη στον άψογο συντονισμό και την ακρίβεια των μουσικών του.
Στοιχείο που χαρακτήρισε την ερμηνεία του ήταν οι έντονες διαφοροποιήσεις, αλλά και η σχεδόν ισότιμη προβολή όλων των επιπέδων της γραφής του Μπετόβεν. Ακουγε κανείς εξίσου το βασικό, πρώτο επίπεδο αφήγησης, αλλά και όλα τα στοιχεία της αντιστικτικής γραφής. Ετσι, ο διάλογος ανάμεσα στις διάφορες ομάδες οργάνων ήταν απρόσμενα ζωηρός και έντονος. Το τελευταίο μέρος της Συμφωνίας ήχησε απολύτως μεθυστικό, γεμάτο σφρίγος.
Στη συνέχεια οι νεαροί μουσικοί απέδωσαν με συναρπαστικό τρόπο την «Ιεροτελεστία της Ανοιξης» του Στραβίνσκι. Ακολούθησαν την ίδια λογική της ισότιμης προβολής όλων των φωνών, η οποία στο συγκεκριμένο έργο ταιριάζει άριστα. Αδροί, σχεδόν βίαιοι ήχοι και φράσεις αγριότητας όπως αναζητά το συγκεκριμένο θέμα, ανέδειξαν τη μουσική και δικαίωσαν όσους έναν αιώνα νωρίτερα την είχαν κρίνει προκλητικά πρωτοποριακή.
Υγιής προσέγγιση
Παρά το επιβλητικό μέγεθός της, η ακρίβεια της ορχήστρας στη σύνθετη αυτή παρτιτούρα ήταν απίστευτη, και ακόμα πιο εντυπωσιακή αν αναλογιστεί κανείς τη στεγνή, ελάχιστα κολακευτική ακουστική του Ηρωδείου. Ομοίως αξιοσημείωτες ήταν οι μεμονωμένες συνεισφορές κυρίως των πνευστών, ξύλινων και χάλκινων. Μία από τις καλύτερες ερμηνείες της «Ιεροτελεστίας» που έχει ακούσει η Αθήνα τα τελευταία χρόνια.
Κι όταν η ένταση πέρασε, όταν οι μουσικοί είχαν πείσει για τις ικανότητές τους, χαλάρωσαν και εκτονώθηκαν προσφέροντας στο ενθουσιώδες κοινό έναν από τους «Ουγγρικούς Χορούς» του Μπραμς, τον τελικό χορό από το χορόδραμα «Estancia» -«Το ράντσο»- του Αλμπέρτο Χιναστέρα και το «Μάμπο» από του «Γουέστ Σάιντ Στόρι» σε… ειδική χορογραφία για ορχήστρα, που όμως δεν έπληξε ούτε κατ’ ελάχιστον τη μουσική επίδοση.
Φαντασία, κέφι, νιάτα, ένα κράτος που παρέχει στους αδύναμους πολίτες του δυνατότητα επιλογής, και μια εμφανώς υγιής προσέγγιση της κλασικής μουσικής.

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Ο πιο ειλικρινής φόρος τιμής είναι το καλό γράψιμο

Τέσσερις κριτικοί μιλούν για την κριτική "Καθημερινή 18-07-2010"

Με αφορμή τον «Διαγωνισμό νέων κριτικών» που διοργανώνει, η εφημερίδα Γκάρντιαν ζήτησε από καθιερωμένους Βρετανούς κριτικούς να μιλήσουν για το επάγγελμά τους, ανατρέχοντας στο ξεκίνημά τους και στα συμπεράσματα που έχουν αποκομίσει από την εμπειρία τους.
Adrian Searle, κριτικός εικαστικών τεχνών
Ο πρώτος κριτικός τέχνης που διάβασα ήταν ο Τζον Μπέργκερ. Αν και συχνά διαφωνούσα με τις κριτικές του, το γράψιμό του ήταν πάντα ζωντανό, εγκάρδιο και προσιτό. Οι συλλογές κριτικών του είναι ακόμα απολαυστικές να τις διαβάζεις, χωρίς να έχει τόση σημασία αν συμφωνείς μαζί του ή όχι.
Αρχισα να διαβάζω καλλιτεχνικά περιοδικά στα εφηβικά μου χρόνια, όπως το Studio International και το Art and Artists. Οταν σπούδαζα στη σχολή Καλών Τεχνών, αρχές της δεκαετίας του ’70, μας τάιζαν μεγάλες δόσεις από τους γίγαντες της μεταπολεμικής αμερικανικής κριτικής -Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ και Χάρολντ Ρόζενμπεργκ- παρόλο που ήταν ήδη ξεπερασμένοι. Κατάφερα όμως να ανακαλύψω τον Ρολάν Μπαρτ. Πολλοί ξεχνάνε πόσο αστείος μπορούσε να είναι ο Μπαρτ. Το βιβλίο του «Μυθολογίες» βασιζόταν σε μια σειρά άρθρων εφημερίδων όπου ανέλυε τα πάντα, από το σχέδιο των αμαξιών Σιτροέν μέχρι τους φοβερούς πίνακες του Μπερνάρ Μπυφέ.
Τελικά δεν έχει σημασία περί τίνος γράφουν οι άνθρωποι. Εκείνο που μετράει είναι ο τρόπος που διατυπώνουν τα επιχειρήματά τους, που αιχμαλωτίζουν και ξαφνιάζουν τον αναγνώστη. Αν θέλεις να γράψεις, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να διαβάζεις ό,τι πέσει στα χέρια σου - μυθιστορήματα, ποίηση, θεωρία, ερωτικές επιστολές, πράγματα που έχουν γράψει τρελοί για δέσιμο ή μεγάλοι στυλίστες. Ολα είναι γράψιμο, τα περισσότερα θα σου διδάξουν κάτι.
Αρχισα να γράφω σχεδόν αμέσως μόλις τέλειωσα τη σχολή Καλών Τεχνών, σ’ ένα μικρό περιοδικό που λεγόταν Artscribe. Ο πιο ταλαντούχος συντάκτης εκεί ήταν ο Στούαρτ Μόργκαν. Ηταν ένας ευφυέστατος, χωρατατζής Ουαλλός που πάντα έπιανε τα θέματά του από ασυνήθιστη γωνία· ποτέ δεν ήξερες πού θα καταλήξει. Είχε ανεξάντλητη περιέργεια και πέθανε νέος, στα 54 χρόνια του. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι δεν βρίσκεις τους συγγραφείς που έχεις ανάγκη - εκείνοι έρχονται και σε βρίσκουν.
Peter Bradshaw, κριτικός κινηματογράφου
Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να διαβάσω κριτικές -ή και εφημερίδες γενικά- όταν ήμουν έφηβος. Στη δεκαετία του ’70 οι γονείς μου έπαιρναν την πληκτική Daily Telegraph και δεν είχα καμιά όρεξη να διαβάσω τις κριτικές περισσότερο απ’ όσο τις τιμές των μετοχών στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς. Στα 15 μου όμως ανακάλυψα το New Musical Express, και σ’ αυτό βρήκα το συναρπαστικό γράψιμο που τα άλλα έντυπα δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να έχουν. Θυμάμαι ότι το πρώτο πράγμα που διάβασα ήταν ένα άρθρο της Τζούλι Μπέρτσιλ για τους Sex Pistols.
Τις Κυριακές, όμως, οι γονείς μου έπαιρναν τον Oμπζέρβερ. Οπως πολλοί συνομήλικοί μου, ο πρώτος κριτικός που άρχισα να διαβάζω τακτικά ήταν ο Κλάιβ Τζέιμς στην πρωτοπόρα τηλεοπτική στήλη του. Ο Τζέιμς ήταν οξύς, ευφυής και πάντα αληθινά αστείος. Αποδείκνυε ότι η τηλεόραση επιδέχεται σοβαρή ανάλυση, αλλά τη χειριζόταν ανάλαφρα, κάνοντας τις εύστοχες παρατηρήσεις και τα καλαμπούρια του να λειτουργούν μαζί. Κατάφερνε να εφαρμόσει κριτική ευαισθησία στην ποπ κουλτούρα, αλλά και να τη χειρίζεται με χιούμορ και χωρίς συγκαταβατικότητα.
Θυμάμαι ένα υπέροχο σχόλιό του για τον αρχιτέκτονα Αλμπερτ Σπέερ και το ρόλο του στην κυβέρνηση της ναζιστικής Γερμανίας, αν και έχω ξεχάσει την εκπομπή που το προκάλεσε. Αργότερα, στο πανεπιστήμιο, ανακάλυψα το βιβλίο του «Unreliable Memories» - ένα κωμικό αριστούργημα. Ηταν πηγή έμπνευσης τότε και είναι και σήμερα, γιατί έδειξε πως το καλό γράψιμο είναι το πρώτο καθήκον του κριτικού, ο πιο ειλικρινής φόρος τιμής στο θέμα του.
Michael Billington, κριτικός θεάτρου
Αρχισα να διαβάζω κριτικές στα εφηβικά μου χρόνια. Ακόμα με στοιχειώνει μια φράση του Χάρολντ Χόμπσον, σε ένα κείμενό του για το «Περιμένοντας τον Γκοντό» στους «Τάιμς». «Αν έχεις όλα κι όλα 15 σελίνια, πήγαινε να δεις το “Περιμένοντας τον Γκοντό”. Αν έχει 30, δες το δύο φορές».
Ο κριτικός όμως που έγινε η εμμονή μου ήταν ο μεγάλος αντίπαλος του Χόμπσον, ο Κένεθ Τάιναν του «Ομπζέρβερ». Αυτό που απέδειξε ήταν ότι η κριτική έχει πάνω απ’ όλα να κάνει με το να γράφεις καλά. Ο Τάιναν ήταν πρότυπο και από πολλές άλλες απόψεις. Υποστήριξε το πολιτικό θέατρο, που τότε, τη δεκαετία του ’50, αναδυόταν στις βρετανικές σκηνές. Μας δίδαξε ότι ο κριτικός είναι κάτι παραπάνω από ένας προνομιούχος παρατηρητής: μπορεί επίσης να αγωνιστεί για ένα θέατρο που ξεπερνά την ευχάριστη φυγή και αγκαλιάζει τον πλατύτερο κόσμο. Συνδυάστε ένα όραμα με ένα απολαυστικό στυλ και θα έχετε έναν τέλειο κριτικό.
Alexis Petridis, κριτικός ποπ μουσικής
Υπάρχουν κείμενα που θα χαρακτηρίζονταν «κείμενα βάσης» για τους μουσικούς δημοσιογράφους, βιβλία που θα έπειθαν τον καθένα ότι το να γράφεις για τη ροκ μουσική αξίζει τον κόπο. Ανάμεσά τους το «England’s Dreaming» του Τζον Σάβατζ και το «Revolution in the Head» του Ιαν Μακ Ντόναλντ, ο οποίος αναλύει κάθε νότα που έγραψαν οι Μπιτλς με σχολαστικότητα που ενίοτε φαίνεται αλλόκοτη, αλλά στέλνει κατευθείαν τον αναγνώστη να πάρει ένα αντίτυπο του «A Hard Days Night».
Τα διάβαζα όλα, αλλά εκείνο που με έκανε να θέλω να γίνω μουσικός δημοσιογράφος ήταν το Smash Hits, ένα εφηβικό ποπ περιοδικό που έκλεισε το 2006 και που το θυμόμαστε να ασχολείται με το χρώμα που είχαν οι κάλτσες των Duran Duran και των Wham! Το καταβρόχθιζα κάθε δεκαπέντε μέρες επί δέκα χρόνια και εκείνο που με συνάρπαζε ήταν η ασέβειά του. Δεν ήταν σνομπ, δεν ήταν βαριεστημένο ή αλαζονικό. Είχε όμως πλήρη επίγνωση της γελοιότητας της ποπ μηχανής, της έπαρσης και της επιτήδευσης των ποπ σταρ. Ποτέ δεν ήταν πιο ξεκάθαρο αυτό απ’ όσο τη δεκαετία του ’80 – εκείνη την παράξενη μετα-πανκ εποχή, όταν το είδος των μουσικών που αγαπούσαν τα κορίτσια δεν ήταν νεαροί σταρ τύπου «Pop Idol» αλλά απόφοιτοι σχολής Καλών Τεχνών. Το Melody Maker ανταποκρινόταν στην επιτήδευση αυτών των μουσικών σχημάτων με δικούς του υψιπετείς σχολιασμούς: έπαιρνες πολλά τσιτάτα του Γκράμσι και του Φουκό μαζί με το 45άρι σου. Το Smash Hits, όμως, τα έβρισκε όλα αυτά ξεκαρδιστικά.
Με δίδαξε ότι δεν είναι ποτέ καλή ιδέα να βάζεις τους ροκ σταρ πάνω σε βάθρο. Γνώρισα πολλούς απ’ αυτούς τα επόμενα χρόνια και επιβεβαίωσα αυτή την αλήθεια. Το Smash Hits μ’ έκανε να καταλάβω ότι μπορείς να θεωρείς τη ροκ και ποπ μουσική συνταρακτική μορφή τέχνης αλλά γελοίους τους ανθρώπους που την κάνουν. Και το πιο σημαντικό απ’ όλα, έκανε το γράψιμο για τη μουσική να φαίνεται το πιο διασκεδαστικό πράγμα στον κόσμο.

Τροπική θύελλα στο Ηρώδειο!

Με παρουσιαστικό ποδοσφαιριστή, εξωστρεφώς θεατρικό ταμπεραμέντο και απόλυτο έλεγχο των μουσικών, ο Ντουνταμέλ διευθύνει την ορχήστρα «Σιμόν Μπολίβαρ» (photo: Μπίλιος)

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ "Ελευθεροτυπία 14-7-2010"
Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες από τη στιγμή που οι προβολείς της διεθνούς δημοσιότητας ερωτεύτηκαν την Ορχήστρα Νέων «Σιμόν Μπολίβαρ» της Βενεζουέλας, ώσπου να μας δοθεί η δυνατότητα να την απολαύσουμε ζωντανά.
Εφέτος, λειτουργώντας με υγιή ανακλαστικά, το Φεστιβάλ Αθηνών την προσκάλεσε να παίξει στο Ηρώδειο (23/6/2010).
Αποτέλεσμα έντονης διαφήμισης, που είχε απήχηση σε ένα κοινό φανερά ευρύτερο του παραδοσιακού της κλασικής μουσικής, η κοσμοσυρροή προκάλεσε από νωρίς αδιαχώρητο στο κοίλο του ρωμαϊκού ωδείου. Παρών ήταν στον θώκο και ο εβδομηντάχρονος Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου, που πριν από 35 χρόνια εμπνεύστηκε και δημιούργησε το ζηλευτής επιτυχίας «Εθνικό Δίκτυο Νεανικών και Παιδικών Ορχηστρών της Βενεζουέλας», το γνωστό «El sistema». Μέσω αυτού, μία χώρα 27.000.000 κατοίκων συντηρεί σήμερα 125 νεανικές και 30 πλήρεις συμφωνικές ορχήστρες, απασχολώντας σε αυτές 250.000 νέους, 90% των οποίων προέρχονται από πολύ φτωχές τάξεις.
Η συναυλία των χαρισματικών Βενεζουελάνων συνεπήρε το ακροατήριο που τους επιφύλαξε μία δίκαια και απερίφραστα ενθουσιώδη υποδοχή. Το πρόγραμμα περιλάμβανε τη «Συμφωνία αρ. 5» του Μπετόβεν και την «Ιεροτελεστία της άνοιξης» του Στραβίνσκι. Το κολοσσιαίων διαστάσεων ορχηστρικό σύνολο διηύθυνε ο Γκουστάβο Ντουνταμέλ. Διαθέτοντας παρουσιαστικό ποδοσφαιριστή, εξωστρεφώς θεατρικό ταμπεραμέντο αλλά και απόλυτο έλεγχο επί των υπερπρόθυμων μουσικών, ο 29χρονος αρχιμουσικός διέπλασε ερμηνείες συναρπαστικής έντασης και ακατανίκητης επικοινωνιακής πειθούς. Πέρα από αψεγάδιαστη ορθοτονία και (πρωτ)αθλητικής ετοιμότητας τεχνική επάρκεια, δεσπόζοντα χαρακτηριστικά του ακροάματος ήσαν η νεανική εκφραστική αμεσότητα και μία μεθυστική αίσθηση πρωτογενούς μουσικότητας, πηγαίας και αδιαμεσολάβητης από επιταγές υψηλής καλλιέργειας ή περιορισμούς στιλιστικής ορθότητας. Υψηλές ταχύτητες, φραστική δυναμικά αρθρωμένη και με σαφή περιγράμματα, ακατάβλητη ορμή και ακρίβεια, ακτινογραφικής ευκρίνειας λεπτομέρειες συνδυάστηκαν στην παραγωγή ενός συμφωνικού ήχου, όπου όλα -μελωδία, αντίστιξη, εσωτερικές «φωνές»- ανασύρονταν τονισμένα στην επιφάνεια δημιουργώντας ένα ακρόαμα ασύλληπτης ζωντάνιας και λάμψης.
Ηταν, όμως, αυτό που ακούσαμε μια συνηθισμένη, «κανονική» συναυλία; Ασφαλώς όλοι καταλάβαμε ότι ανάμεσα στον Μπετόβεν και τον Στραβίνσκι δεν υπήρξε ουσιώδης ερμηνευτική διαφοροποίηση άλλη από αυτήν που όριζαν στενά οι διαφορετικές γραφές. Το πιο εύστοχο σχόλιο έκανε ένας Αμερικανός κριτικός: «Είναι σαφές ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή περίπτωση μουσικοποιίας. Πρόκειται για αισθησιακούς, ολοζώντανους, γεροδεμένους έφηβους, με ασύλληπτες τεχνικές επιδόσεις, περίσσεια τεστοστερόνης αλλά και μια δόση τρυφερότητας που ζεσταίνει καρδιές!». Οντως: σε πρώτο επίπεδο, η ακρόαση σε ωθεί να παραδοθείς στη μέθη του νεανικού οίστρου ξεπερνώντας κάθε επιφύλαξη. Οι ταλαντούχοι νεαροί Βενεζουελάνοι -αγόρια και κορίτσια- σε παρασύρουν στην ακατανίκητη δίνη της μεταδοτικής μουσικής οχείας τους και η ένταση της εμπειρίας που μοιράζεσαι μαζί τους είναι τέτοια που θες να τους ξανακούσεις· μόνο κάποιοι δυσκοίλιοι καθαρολόγοι θα ισχυρίζονταν το αντίθετο.
Αργότερα, όταν η λυτρωτική έξαψη κοπάσει, αναδύονται ενδιαφέρουσες δεύτερες σκέψεις -όχι επιφυλάξεις!- που αφορούν διαπολιτισμικές ωσμώσεις και οικειοποιήσεις στην εποχή της παγκοσμιοποίησης... Στο επιτυχημένο, πραγματιστικά στοχευμένο κοινωνικό πείραμα του «El sistema» εμείς από τη Γηραιά Ευρώπη είδαμε την ετεροχρονισμένη υλοποίηση μιας ιδεαλιστικής, σοσιαλιστικής ουτοπίας, ακόμη και τη βίαιη απαγωγή ενός ευγενούς πολιτιστικού αποθέματος της Ευρώπης στους «απολίτιστους» νοτιοαμερικανικούς τροπικούς...
Ομως, μπροστά στην πολύτιμη ειλικρίνεια της συγκίνησης ουδεμία σημασία έχει που ο Μπετόβεν του Ντουνταμέλ δεν διέθετε ίχνος βιεννέζικης ευγένειας, παρά μόνον παλλόταν από μία δύναμη διόλου ξένη προς την πυρετώδη ένταση και την επαναστατική τραχύτητα του προδρομικού κινήματος «Θύελλα κι ορμή». Ούτε βέβαια που, αγνοώντας κάθε διανοητική εκζήτηση, εκλέπτυνση ή κατασκευασμένη πρωτομοντερνιστική φαντασίωση περί σλαβικής προϊστορίας, η πρωτογονικά βαρβαρική «Ιεροτελεστία» του αντιμετώπισε τον εστέτ Στραβίνσκι ως αδελφό του ονειροπόλου, ρέμπελου Ρεβουέλτας, σβήνοντας κάθε χρονική και άλλη διαφορά.
Ιδωμένη υπό αυτό το πρίσμα, η συναυλία των «Σιμόν Μπολίβαρ» ήταν μία ζεστή, ελπιδοφόρα πρόγευση από ένα πολύ πιθανό, εφικτό και απόλυτα νόμιμο μέλλον για την επιβίωση της κλασικής μουσικής... Ανυπομονούμε, λοιπόν, ανενδοίαστα να τους ξανακούσουμε και μακάρι το άμουσο ΥΠΠΟΤ να μπορούσε να αφουγκραστεί το μήνυμά τους και να αξιοποιούσε το παράδειγμά τους όπως έσπευσαν να κάνουν Αγγλοι, Σκωτσέζοι και Καναδοί... *

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Μια «Νόρμα» από τα παλιά...

Από τη «Νόρμα» της ΕΛΣ στο Ηρώδειο: Πολιόνε (Βαγγέλης Χατζησίμος) και Νόρμα (Δήμητρα Θεοδοσίου) οδεύουν προς την καθαρτική πυρά (Photo: Stefanos)

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ "Ελευθεροτυπία 16-6-2010"
Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών η ΕΛΣ πρόσφερε τη «Νόρμα» του Μπελίνι σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού, με συμμετοχή της υψιφώνου Δήμητρας Θεοδοσίου στον επώνυμο ρόλο της πρώτης διανομής (12/6/2010).
Το θέαμα υπέγραψαν δύο βετεράνοι θεατράνθρωποι, ο σκηνοθέτης/ακαδημαϊκός Σπύρος Ευαγγελάτος και ο σκηνογράφος/ενδυματολόγος Γιάννης Πάτσας, αντικαθιστώντας τον αρχικά αναγγελθέντα διεθνή σκηνοθέτη/σκηνογράφο Γιάννη Κόκκο, του οποίου η αμοιβή και οι προτάσεις κρίθηκαν απαγορευτικά δαπανηρές. Η προκύψασα παραγωγή αποδείχτηκε προβληματικά άνιση, με σκηνικό μέρος θλιβερά προσχηματικό και μουσικό που έπασχε φανερά από έλλειψη ισορροπιών στις φωνές.
Παραφράζοντας την «εξήγηση» του στίγματος της παράστασης από τον ίδιο τον Ευαγγελάτο, που μίλησε πρόσφατα στις εφημερίδες, θα λέγαμε πως επρόκειτο για μια «Νόρμα απ' τα παλιά...» στην πιο απογοητευτική εκδοχή: προβλέψιμη και στατική, με μετωπικές χωροθετήσεις τραγουδιστών/χορωδών, στερούμενη σκηνικής δραματουργίας, ατελώς φωτισμένη, παραδομένη στην ευκολία μιας δήθεν αφαιρετικής προσέγγισης που εξοβέλισε τη δράση από το συγκεκριμένο (ψευδο)ϊστορικό πλαίσιο στο ποτέ-και-πουθενά... Ομως, όταν σκηνοθέτης και σκηνογράφος επιλέγουν να αγνοήσουν την αυθεντική ψευδοϊστορική διάσταση μιας όπερας, τότε αυτό που κανονικά αναμένει κανείς δεν είναι ασφαλώς μια άσκηση τυχαίου εικαστικού φορμαλισμού. Περιμένει ένα ανανοηματοδοτούν σχόλιο, μια οπτική/εικαστική μεταφορά υποστηρικτική της δράσης, ικανή να εισηγηθεί τα εξωμουσικά συμφραζόμενα του έργου στον σύγχρονο θεατή/ακροατή.
Ατολμία ή άγνοια;
Τι είδαμε; Ενα πυκνό δάσος από πανύψηλους, γυμνούς, μεταλλικούς πασσάλους, που απλώς δυσκόλευε το αδιάφορο έμπα-στάσου-έβγα της χορωδίας, και ετερόκλιτα βαριά, σκούρα ψευδομεσαιωνικά κοστούμια χορωδών/πρωταγωνιστών: πανοπλίες, μαύρα σκουφιά, ξίφη σταυροφόρων, πολυφορεμένες α λαMatrix καμπαρντίνες, βελούδινα φορέματα με μακριές εσάρπες. Τελικά, χάνοντας το αυθεντικό ιστορικό πλαίσιο/αφετηρία της ρωμαιογαλατικής αναμέτρησης καταλήξαμε να παρακολουθούμε κάτι που ελάχιστα διέφερε από έναν «Τριστάνο» ή έναν «Τροβατόρε». Τέτοιες προτάσεις υποτιμούν τη νοημοσύνη του κοινού και, εντέλει, υπονομεύουν την υπόληψη της όπερας.
Η ΕΛΣ θα μπορούσε να αντιδράσει στην κρίση με ευρηματικότητα και γενναιότητα πατώντας γκάζι για να φύγει μπροστά, συνεργαζόμενη με νέους ανθρώπους που διαθέτουν φρέσκιες ιδέες και κέφι για δουλειά. Ατυχώς η νέα διοίκηση -από ανασφάλεια, ατολμία ή άγνοια;- μας γυρίζει δεκαετίες πίσω: επιλέγει να κινηθεί λαϊκιστικά και εκ του ασφαλούς, θεωρώντας πως το ξαναζεσταμένο φαΐ θα γεμίσει τα ταμεία, επιστρέφει στη λογική ότι η όπερα είναι φωνητικές επιδείξεις από τραγουδιστές που εμφανίζονται στη σκηνή μασκαρεμένοι με κοστούμια εποχής. Ομως το ποτάμι πίσω δεν γυρνά. Και το κοινό -ακόμη και το πιο συντηρητικό κοινό της όπερας- δεν τρώει κουτόχορτο· η χλιαρή υποδοχή το επιβεβαίωσε.
Μουσικά το όλο επίσης έπασχε, με κύριο πρόβλημα τις άνισες, μεταξύ τους ασυνδύαστες επιδόσεις των τριών πρωταγωνιστών. Γενικώς τα λυρικά μέρη -σόλι ή σύνολα- υπήρξαν πιο επιτυχή από τα δραματικά. Θεοδοσίου (Νόρμα) και Χατζησίμος (Πολιόνε) είχαν ξανατραγουδήσει μαζί «Νόρμα» (ΕΛΣ, άνοιξη 1999). Δέκα χρόνια αργότερα, σ' ένα ανοιχτό αμφιθέατρο, η αναμέτρηση αποδείχτηκε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, λιγότερο ευνοϊκή για αμφοτέρους.
Χαμένη η Casta Diva
Αναμφίβολα έμπειρη λυρική τραγουδίστρια, με ωραία φωνή, άριστη τεχνική, καλαισθησία και γνώση του ύφους της μουσικής, η Θεοδοσίου δεν διαθέτει το μέγεθος φωνής που θα της επέτρεπε να αποδώσει αβίαστα στο Ηρώδειο αυτόν τον δύσκολο, δραματικό ρόλο. Στις λυρικές ενότητες ακουγόταν πολύ χαμηλόφωνα, ενώ στις δραματικές κορυφώσεις οι ψηλές νότες ηχούσαν έντονα πιεσμένες. Χαμένη στο βάθος της σκηνής, η προσευχή «Casta Diva» αναδύθηκε χλομή και δυσδιάκριτη... Παρά την ασφαλώς επαρκέστατη σε μέγεθος φωνή, ο αισθητά διευρυμένος/επιβραδυμένος παλμός της φωνής και οι πιεσμένες, ενίοτε προσεγγιστικές ψηλές νότες επίσης εμπόδισαν τον τενόρο Βαγγέλη Χατζησίμο να διαπλάσει τραγούδι όσο λυρικό και εύκαμπτο θα ήθελε. Στις απαιτητικές παραγράφους δεξιοτεχνίας αμφότεροι τραγουδούσαν με προσπάθεια και φανερά αυξημένη προσοχή, αναγκάζοντας τον αρχιμουσικό να επιβραδύνει, ανακόπτοντας την ορμή του δραματικού ειρμού.
Μόνη που διέθετε ξεκάθαρα μέγεθος φωνής, τέχνη και ακμή να αναμετρηθεί αβίαστα με τον ρόλο της στο Ηρώδειο αποδείχτηκε η Ρουμάνα υψίφωνος Τσέλια Κοστέα. Η ωραία, απολαυστικά καλοτραγουδισμένη συμμετοχή της ως Ανταλτζίζα πρόσφερε τις μοναδικές ξένοιαστα απολαυστικές στιγμές της παράστασης. Στα σύνολα, ωστόσο, προφανείς συγκρίσεις/ αντιπαραθέσεις εξέθεταν τις αδυναμίες των συμπρωταγωνιστών της. Αξιοπρεπώς, με τον συνήθη κεκτημένο στόμφο, τραγούδησε ο βαθύφωνος Δημήτρης Καβράκος (Οροβέζο), χλομή υπήρξε η παρουσία της Βικτώριας Μαϊφάτοβα (Κλοτίλντε). Καλή ήταν η απόδοση της χορωδίας. Ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός διηύθυνε με το γνωστό σφρίγος, φροντίζοντας κατά το δυνατό να εξασφαλίζει τη σωστή δραματική θερμοκρασία. *