Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

Διαπλέοντας το ενιαίο πεδίο θεάτρου-όπερας

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ -Ελευθεροτυπία 9-6-2010
Με μια κάπως άνιση, αλλά ενδιαφέρουσα παραγωγή ολοκληρώθηκε ο φετινός κύκλος παραστάσεων «Θέατρο πέρα απ' τα όρια», που διοργανώνει κάθε χρόνο η Αττική Πολιτιστική Εταιρεία.
Ηταν η «Κολασμένη κωμωδία» του Αυστριακού Μίχαελ Στούρμινγκερ, που δόθηκε με πρωταγωνιστή τον Αμερικανό ηθοποιό Τζον Μάλκοβιτς στο θέατρο του «Ελληνικού Κόσμου» (26/5/2010).
Αναπτύσσοντας μια αρχική ιδέα των συνεργατών του, ο 47χρονος συγγραφέας/σκηνοθέτης συνδύασε θέατρο και μουσική σε μια υβριδικού στίγματος παράσταση, με αφορμή τα πάθη τού κατά συρροήν δολοφόνου γυναικών Τζακ Ούντερβέγκερ (1951-1994). Ως «Σκηνικό έργο για ορχήστρα μπαρόκ, δύο υψιφώνους κι έναν ηθοποιό», η πρότασή του κινήθηκε αριστοτεχνικά στα συνεχόμενα πεδία θεάτρου και όπερας -στη Δύση αυτό είναι δεδομένο- συναρμολογώντας έναν εντυπωσιακής συνοχής αρθρωτό ειρμό μεταξύ θεατρικού λόγου και μουσικής. Κάθε ακροατής εξοικειωμένος με αμφότερες τις τέχνες προσέλαβε το αποτέλεσμα αβίαστα.
Αφού πρώτα η ορχηστρική εισαγωγή στον «Ντον Χουάν» του Γκλουκ κατέστησε σαφές ότι βρισκόμαστε ήδη στην Κόλαση, ο δολοφόνος διαφημίζει στο ακροατήριο τη ...μεταθανάτια αυτοβιογραφία του στο συμβατικό πλαίσιο μιας επίτηδες προβοκατόρικης βιβλιοπαρουσίασης. Μέσα από διαδοχικούς μονολόγους ο Ούντερβεγκερ ανακαλεί και σχολιάζει κομβικά γεγονότα του βίου του. Ενδιάμεσα οπερατικές ηρωίδες των Βιβάλντι, Μότσαρτ, Χάιδν, Μπετόβεν, Βέμπερ και Γκλουκ τραγουδούν άριες εκθέτοντας με συσχετισμό/συγχρονισμό χειρουργικής ακρίβειας τα βιώματα των γυναικών/θυμάτων της ζωής του.
Ταυτόχρονα οι δύο υψίφωνοι λειτουργούν ως ηθοποιοί και ο φονιάς ξαναζεί μαζί τους τις θανάσιμες βιαιοπραγίες. Η ακραία αντιπαράθεση και οι εναλλαγές ανάμεσα στην εσκεμμένη ευτέλεια του αγοραίου λόγου και στη στιλιζαρισμένη ευγένεια της περιπαθούς μουσικής παρήγαγαν μια ασυνεχή, τεθλασμένη καμπύλη πρόσληψης με στοιχεία ατελούς κάθαρσης: άλλοτε παρηγορητική, διεγείροντας αισθήματα συμ-πάθειας, άλλοτε διδακτικά τραυματική και απο-γοητευτική. Στην αρνητική αυτή εκδοχή του έρωτα-θανάτου τον νοσηρό ρόλο τού Δον Ζουάν εραστή-φονιά ενσάρκωσε με επιτυχία ο Μάλκοβιτς, επανεπενδύοντας την εμπειρία αντίστοιχων ρόλων της κινηματογραφικής σταδιοδρομίας του.
Υψηλής ποιότητας, απόλυτα προσανατολισμένο στην ιστορική ερμηνευτική, ήταν το μουσικό μέρος. Οι Αλεξάνδρα Ζαμόισκα και Λουίζ Φρίμπο αξιοποίησαν με περισσή τέχνη τις όχι ξεχωριστές, αλλά λεπτές και ευκίνητες φωνές του στις τεχνικά δυσκολότατες άριες. Τις συνόδευσε η θαυμάσια Ορχήστρα της Ακαδημίας της Βιέννης σε όργανα εποχής υπό τον Μάρτιν Χάζελμπεκ. *

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Βραδιές τραγουδιού στον «Παρνασσό»

Του Νικου Α. Δοντά "Καθημερινή 6-6-2010"
Σταδιακά βρήκε τη θέση του πάλι ο Παρνασσός στη μουσική ζωή της πρωτεύουσας. Οι αξιόλογες εκδηλώσεις είναι πλέον καθημερινή υπόθεση και η δυνατότητα που προσφέρει ο χώρος σε νέους μουσικούς να δοκιμάσουν και να δοκιμαστούν σπάει το μονοπώλιο. Πλάι πλάι πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα δύο ενδιαφέρουσες βραδιές τραγουδιού με ενδιαφέρον ρεπερτόριο. Στις 17 Μαΐου η υψίφωνος Λένια Ζαφειροπούλου με τον πιανίστα Αξελ Μπάουνι παρουσίασαν πρόγραμμα με έργα Σούμαν, Προκόφιεφ, Χίντεμιτ και Γκριγκ, ενώ την επομένη η μεσόφωνος Ελενα Μαραγκού συνεργάστηκε με το κουαρτέτο εγχόρδων της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (ΚΟΑ) σε πρόγραμμα που περιλάμβανε τον κύκλο «Το αγαθό τραγούδι» του Γκαμπριέλ Φορέ. Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς οι μουσικοί της ΚΟΑ, ο Απόλλωνας Γραμματικόπουλος, ο Παναγιώτης Τζιώτης, ο Πάρις Αναστασιάδης και ο Γιάννης Τσιτσελίκης μαζί με την πιανίστρια Αλεξάνδρα Νομίδου απέδωσαν το Κουιντέτο εγχόρδων με πιάνο του Σεζάρ Φρανκ.
Η ερμηνεία του τελευταίου αυτού έργου υπήρξε έντονα συγκινησιακή εμπειρία. Οι πέντε μουσικοί απέδωσαν το Κουιντέτο με πάθος στα δύο ζωηρά μέρη και με λυρισμό στο αργό μεσαίο. Η πλαστικότητα στη διαμόρφωση των διαρκώς αναπροσαρμοζόμενων ταχυτήτων είχε ως συνέπεια πυκνώσεις και αραιώσεις, κλιμακώσεις με τρυφερές ενότητες ανάμεσά τους, εν τέλει μία διαρκώς παλλόμενη μελωδική γραμμή που έκρινε το υψηλής ποιότητας αποτέλεσμα. Ο επιτυχημένος συντονισμός των πέντε και η καθαρή άρθρωση της μουσικής συνεισέφεραν στην άρτια αισθητική του αποτελέσματος. Στο πρώτο μέρος της βραδιάς η Ελενα Μαραγκού απέδωσε τον κύκλο τραγουδιών του Φορέ βασισμένο σε ποίηση του Πολ Βερλέν. Το θερμό και μαλακό ηχόχρωμα της φωνής ταίριαζε στην αισθητική της μουσικής. Η διαμόρφωση των φράσεων χωρίς αιχμές και η μουσικότητα της τραγουδίστριας βοήθησαν να ξεπεραστούν μικροπροβλήματα συντονισμού με το κουαρτέτο.
Εκλεκτικές συγγένειες
Την προηγούμενη βραδιά, η πάντα ανήσυχη και περιπετειώδης Λένια Ζαφειροπούλου πρότεινε ενδιαφέρον πρόγραμμα με εκλεκτικές συγγένειες και ευχάριστες αντιθέσεις. Στο πρώτο μέρος πέντε τραγούδια του Προκόφιεφ πλαισιώθηκαν από τέσσερα συν τέσσερα τραγούδια του Ρόμπερτ Σούμαν. Στο δεύτερο μέρος ακούστηκαν τα Τραγούδια του έτους 1942 του Πάουλ Χίντεμιτ και τα έξι τραγούδια του έργου 48 του Εντβαρντ Γκριγκ. Διαθέτοντας τονική ακρίβεια και σιγουριά σε όλη την έκταση της φωνής της, η Ζαφειροπούλου είχε την ευχέρεια να εστιάσει στην έκφραση. Κινήθηκε με την ίδια άνεση στις ανάλαφρες και θεατρικές σελίδες, στις λυρικές αλλά και στις έντονα δραματικές, ενώ δεν έλειψε το χιούμορ. Πλάι της στάθηκε ισότιμα ο Αξελ Μπάουνι, καλός και ευρηματικός πιανίστας που συνέβαλε στην απόδοση του κατάλληλου ύφους κάθε μικρογραφίας

Νόρμα, μια «ελληνική υπόθεση»

Από το θέατρο του Αγίου Ιακώβου στην Κέρκυρα το 1834 έως τη Μαρία Κάλλας, την Ελενα Σουλιώτη και τη Δήμητρα Θεοδοσίου
Του Νίκου Α. Δοντά "Καθημερινή 6-6-2010"
Υστερα από σαράντα δύο χρόνια επιστρέφει η «Νόρμα» στο Ηρώδειο. Τότε, τον Αύγουστο του 1968 το αθηναϊκό κοινό είχε την τύχη να απολαύσει το εκρηκτικό ταλέντο της Ελενας Σουλιώτη στο απόγειο μιας συντομότατης, αλλά και λαμπρής σταδιοδρομίας. Οκτώ χρόνια νωρίτερα η Εθνική Λυρική Σκηνή είχε παρουσιάσει την όπερα του Μπελλίνι στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου με την Μαρία Κάλλας στον πρωταγωνιστικό ρόλο, την Ελληνίδα που σφράγισε την Νόρμα με την ερμηνεία της στον 20ό αιώνα. Σήμερα, η όπερα επιστρέφει στην Αθήνα με μία ακόμα σπουδαία Eλληνίδα υψίφωνο, την Δήμητρα Θεοδοσίου, που έχει ερμηνεύσει τον απαιτητικό ρόλο σε πολλές σκηνές και έχει καταγράψει την ερμηνεία της ήδη δύο φορές σε dvd.
Η «Νόρμα» είχε από νωρίς απρόσμενη επιτυχία την Ελλάδα. Τρία χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση της στη Σκάλα του Μιλάνου το 1831, δόθηκε στο θέατρο του Αγίου Ιακώβου -το Σαντζάκομο- της Κέρκυρας. Το 1837 αναφέρεται παράσταση στην Αθήνα, ενώ το 1840 ο στρατηγός Μακρυγιάννης βλέπει την Ρίτα Μπάσσο, πρωταγωνίστρια μιας ακόμα αθηναϊκής παράστασης, να εξευτελίζει τα ιδανικά για τα οποία είχε πολεμήσει: «Το έθνος αφανίστη όλως διόλου… Και τα παιδιά οπού τα στέλνουν να φωτιστούν γράμματα κι’ αρετή… φωτίζονται την τραγουδική και ηθική του θεάτρου, και πουλούνε τα βιβλία τους οι μαθηταί να πάνε ν’ ακούσουνε την Ρίττα Βάσσω την τραγουδίστρα του θεάτρου… Παλαβώσανε οι γέροντες... Το γέρο Λόντο, οπού δεν έχει ούτε ένα δόντι, τον παλάβωσε η Ρίτα Μπάσσο του θεάτρου και τον αφάνισε τόσα τάλαρα δίνοντας κι άλλα πισκέσια». Στην Αθήνα η όπερα έγινε τόσο δημοφιλής ώστε, όπως διαβάζουμε σε εφημερίδα του 1852, η μουσική της να χρησιμοποιείται ακόμα και σε παραστάσεις του θεάτρου Σκιών!
Εθνεγερτική μουσική
Σήμερα η «Νόρμα» θεωρείται όπερα που περιστρέφεται κυρίως -ή και μόνον- γύρω από την πρωταγωνίστρια. Ωστόσο, το κοινό της πρεμιέρας είχε πολύ διαφορετική άποψη. Οι Λομβαρδοί που βρέθηκαν στο υπό αυστριακή κατοχή Μιλάνο άκουγαν τον αρχηγό των Δρυιδών να τραγουδά σε ρυθμό εμβατηρίου ότι «τρομακτικός θεός θα ελευθερώσει τη Γαλατία από τους εχθρικούς αετούς» και εισέπρατταν ένα πολιτικό μήνυμα που σήμερα περνά απαρατήρητο. Στη διασπασμένη Ιταλία των δεκάδων κρατιδίων υπό διάφορους ζυγούς, το κίνημα της απελευθέρωσης και της επανένωσης της χώρας -«Ριζορτζιμέντο»- αναζητούσε παντού αφορμές, προκειμένου να εκφραστεί. Οχι τυχαία, ύστερα από μια αποτυχημένη πρεμιέρα, η «Νόρμα» έγινε άμεσα ιδιαίτερα δημοφιλής σε όλη την ιταλική χερσόνησο, ενώ πολύ σύντομα πέρασε τα σύνορα. Το 1845 ο Ρώσος σύνθετης Μιχαήλ Γκλίνκα αναφέρει πως στην Ισπανία η όπερα ήταν τόσο αγαπητή ώστε να παίζεται στον δρόμο από παιδιά: ο ίδιος είχε παρευρεθεί σε τέτοια αυτοσχέδια παράσταση όπου τη Νόρμα υποδυόταν μία εντεκάχρονη. Περίπου την ίδια εποχή ο Κάρολος Ντίκενς, που επισκεπτόταν την Καρράρα, αναφέρει ανέβασμα της όπερας σε τοπικό θέατρο, όπου τη χορωδία αποτελούσαν εργάτες από τα λατομεία μαρμάρου της περιοχής. Το 1848, χρονιά εξεγέρσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη, τα επαναστατικά χορωδιακά της «Νόρμας» υιοθετούνταν συχνότατα κατά τη διάρκεια πατριωτικών διαδηλώσεων στην Ιταλία. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα η όπερα είχε δοθεί σε 35 χώρες μεταφρασμένη σε 16 διαφορετικές γλώσσες.
Η δύναμη του συναισθήματος
Στις μέρες μας η πολιτική διάσταση της «Νόρμας» σπάνια αναδεικνύεται. Το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στην ερμηνεία του πρωταγωνιστικού ρόλου και στις μεγάλες δυσκολίες του. Ποια είναι λοιπόν τα ζητούμενα στα οποία τόσο λίγες τραγουδίστριες έχουν κατορθώσει να ανταποκριθούν στους δυόμισι αιώνες ιστορίας της όπερας; Αναμφίβολα η διάρκεια του ρόλου είναι από τα βασικά προβλήματα. Ομως και άλλες όπερες απαιτούν από την πρωταγωνίστρια να είναι διαρκώς επί σκηνής. Πιο δύσκολο είναι να αποδοθούν με ευγένεια και δωρική αυστηρότητα οι ατέρμονες μελωδικές φράσεις του Μπελλίνι, όπως τις βρίσκει κανείς χαρακτηριστικά στη διάσημη προσευχή της Νόρμας «Αγνή θεά» - «Casta diva»- ή στα ντουέτα με τη νεότερη ιέρεια Ανταλντζίζα. Είναι ακόμα λιγότερες οι τραγουδίστριες που κατανοούν ότι τα ποικίλματα της φωνητικής γραφής του Μπελλίνι δεν είναι διακοσμητικά, αλλά εκφράζουν συναισθήματα και μάλιστα με πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Τρίλιες, κλίμακες και κάθε είδους διανθίσματα επιστρατεύονται, προκειμένου να εκφράσουν θυμό, οργή ή νοσταλγικές αναμνήσεις και τρυφερότητα. Αν όσα προβλέπει η παρτιτούρα αποδοθούν άνευρα ή με διακοσμητικό τρόπο, το συναίσθημα δεν περνά στο κοινό. Η δυσκολία στη «Νόρμα» δεν είναι τόσο να αποδώσει η τραγουδίστρια σωστά όλες τις νότες -κάτι από μόνο του διόλου αμελητέο- όσο το να συλλάβει και να αναδείξει τον χαρακτήρα του ρόλου.
Τα ψέματα και τα πάθη της ιέρειας
Είναι αλήθεια ότι η ίδια η Νόρμα είναι αρκετά σύνθετη προσωπικότητα. Ιέρεια που ηγείται του λαού της, έχει ερωτευτεί τον Ρωμαίο κατακτητή και έχει αποκτήσει δύο παιδιά μαζί του. Στον 20ό αιώνα θα ήσαν τα ξανθά νόθα παιδιά των στρατιωτών της Βέρμαχτ στις κατεχόμενες χώρες. Προκειμένου να μην χάσει τον έρωτά της η Νόρμα προδίδει τον λαό της. Επιστρατεύει ψευδή επιχειρήματα με μόνο στόχο να αποτρέψει την επανάσταση των ταπεινωμένων Γαλατών, αλλά μεταβάλλει αιφνίδια γνώμη και αποφάσεις όταν ανακαλύπτει πως ο αγαπημένος της είναι άπιστος. Οι ανατροπές είναι διαρκείς, οι εναλλαγές συναισθημάτων έντονες και ακραίες. Η Νόρμα καθοδηγείται από τα πάθη της ακόμα και όταν ο άπιστος Ρωμαίος ανθύπατος Πολιόνε πέσει τελικά στα χέρια της. Μόνη της έγνοια είναι να τον κάνει να αρνηθεί την άλλη γυναίκα. Βλέποντας ότι χάνει το παιχνίδι επιχειρεί την τελευταία ανατροπή, που οδηγεί στην τελική κάθαρση: αναλαμβάνει η ίδια την ευθύνη της προδοσίας απέναντι στον λαό της και αναβαίνει στην πυρά, όπου την ακολουθεί ο Πολιόνε.
Ολα αυτά τα απέδωσε με μοναδικό τρόπο η Μαρία Κάλλας στη διάρκεια των δεκαεπτά ετών που ερμήνευε τον ρόλο: από το ασύλληπτης έντασης πορτρέτο που έχει διασωθεί από παραστάσεις στο Μπουένος Αϊρες το 1949 λίγο μετά την πρώτη εμφάνισή της ως Νόρμα στη Φλωρεντία το 1948, ως την εκλέπτυνση και την υπερβατική ποίηση των τελευταίων εμφανίσεών της στο Παρίσι το 1965. Λίγα χρόνια αργότερα με τον ίδιο ρόλο διακρίθηκε για μια σύντομη στιγμή η Ελενα Σουλιώτη, αφήνοντας όμως ένα αποτύπωμα παρουσίας που διαρκεί μέχρι της μέρες μας. Σήμερα, είναι η σειρά της Δήμητρας Θεοδοσίου αφήσει το δικό της στίγμα.

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Εξοχος Βιβάλντι από Πέτρου και Καμεράτα

Του Νικου Α. Δοντα "Καθημερινή 30/5/2010"

Κάλλιο αργά παρά ποτέ: επιτέλους βρέθηκε ένας φορέας να εμπιστευθεί στον Γιώργο Πέτρου μία ορχήστρα με την οποία θα μπορεί να εργαστεί συστηματικά σε σταθερή βάση. Σε μια χώρα που επιμένει πεισματικά να πουλά συρτάκι και Ζορμπά, κανείς δεν κατάλαβε ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από τα πιο αξιόλογα «εξαγώγιμα προϊόντα» του σύγχρονου πολιτισμού μας. Το αντιλήφθηκαν οι Γερμανοί, που εδώ και χρόνια του δίνουν την ευκαιρία να ηχογραφεί τη δουλειά του, δρέποντας δάφνες για τον εαυτό του και αποφέροντας έσοδα στη γερμανική εταιρεία.
Στις 16 Μαΐου ο Πέτρου διηύθυνε την Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής σε έργα Βιβάλντι. Η αίθουσα «Μητρόπουλος» ήταν κατάμεστη. Η πληρότητα αυτή, σε αντιδιαστολή με τη χαμηλή προσέλευση σε συναυλίες διεθνώς πολύ διασημότερων συνόλων, ίσως πείσει τους θεσμούς μας ότι η επένδυση αξίζει τον κόπο. Πολύ περισσότερο αφού ανάλογη ήταν η πληρότητα και στην πρόσφατη παρουσίαση της «Θεοδώρας» του Χαίντελ που διηύθυνε ο Πέτρου στην αίθουσα «Τριάντη».
Κρίνοντας από το αποτέλεσμα, λοιπόν, είναι προφανές ότι ο Πέτρου ξέρει τι κάνει και επίσης δεν το κάνει περιστασιακά. Υπάρχει συνέχεια και πρόοδος στη δουλειά του. Η βραδιά με κοντσέρτα και καντάτες του Βιβάλντι ήταν απολαυστική. Κατ’ αρχήν οφείλει να επαινέσει κανείς την Καμεράτα, που μοιάζει να βρήκε νέο νόημα ύπαρξης. Καιρό είχαμε να ακούσουμε τους μουσικούς της με τόσο φανερό κέφι και ενδιαφέρον για το πρόγραμμα που πρότειναν στο κοινό. Οι έντονες εναλλαγές σε ταχύτητες και διάθεση μπορεί να ξενίζουν όσους έχουν μεγαλώσει με ηχογραφήσεις των «Μουσικών» και του Φέλιξ Αγιο ή των «Σολίστ της Βενετίας». Είχαν ως αποτέλεσμα σφιχτές, νευρώδεις διατυπώσεις στα ζωηρά μέρη που έκαναν τα αργά μέρη να προβάλουν ακόμα πιο λυρικά. Ανάμεσα στο πλήθος πολύ καλών σολίστ μνημονεύει κανείς ιδιαίτερα τον Θοδωρή Κίτσο και την Ανα Μπελέν Τεχεδόρ ντε λα Ιγκλέσια για το γεμάτο ποίηση και φαντασία αργό μέρος του γνωστού Κοντσέρτου για δύο μαντολίνα (RV 532). Εξοχοι ήσαν επίσης οι βιολιστές Σέρτζιου Ναστάζα και Γιάννης Μαυρίδης που συνέβαλαν με την ακρίβεια και τη μουσικότητά τους σε διάφορα κοντσέρτα.
Την καντάτα «Σταματήστε πια, σταματήστε» (RV 684) ερμήνευσε η μεσόφωνος Μαίρη-Ελεν Νέζη, με άνετη, μεστή φωνή και έντονα θεατρικό ένστικτο. Τη δεξιοτεχνική μουσική της καντάτας «Γυρίζω σε σας, μάτια λατρεμένα» (RV 682) απέδωσε με σπινθηροβόλα ακρίβεια και μουσικότητα η υψίφωνος Μάτα Κατσούλη.
Εξοχες τραγουδίστριες με αίσθηση του ύφους της μουσικής και καλό γούστο, συνέβαλαν αποφασιστικά στην επιτυχία της βραδιάς.

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Μεγαλειώδης «Ηρωική» από τον Ζορζ Πρετρ

Του Νικου Α. Δοντα "Kαθημερινή 23-5-2010"
Μια από τις πιο συναρπαστικές ερμηνείες της «Ηρωικής» Συμφωνίας του Μπετόβεν άκουσαν οι φιλόμουσοι στις 15 Μαΐου στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης». Στα 86 του χρόνια ο Ζορζ Πρετρ διηύθυνε την Κρατική Ορχήστρα της Δρέσδης όχι μόνον με το αναμενόμενο σφρίγος που προϋποθέτουν τα ζωηρά εμβατηριακά τμήματα της μουσικής.
Επεισε –και συγκίνησε– χάρη στην ιδιαίτερα προσεγμένη διαμόρφωση των φράσεων, χάρη στις ανάσες, στις παύσεις που εξασφάλιζε ανάμεσά τους, χάρη στη διαρκή αναπροσαρμογή της ταχύτητας και στις έντονες όπως επίσης εύστοχες αντιθέσεις, εν τέλει χάρη στον τρόπο με τον οποίο επέτρεπε στους ακροατές να ακούσουν τη μουσική: δεν πρόβαλε μόνον το μελωδικό πρώτο επίπεδο ή τον ρυθμικό παλμό της, αλλά όσα αυτή θέλει να εκφράσει.
Πέτυχε στον στόχο, λόγου χάριν, με την προβολή της αντιστικτικής γραμμής των τσέλων στο πρώτο θέμα του «πένθιμου εμβατηρίου», που έτσι ήχησε πράγματι πένθιμο, όχι απλώς αργό. Πέτυχε ακόμα, μετριάζοντας την ταχύτητα στο θριαμβικό β΄ θέμα του τελευταίου μέρους, προσθέτοντας βάρος και μεγαλοπρέπεια. Πέτυχε, φυσικά, χάρη στον πολυτελή ήχο του πειθαρχημένου συνόλου που διηύθυνε.
Οι ποιότητες της ορχήστρας φάνηκαν ακόμα περισσότερο στο α΄ μέρος της συναυλίας, αφιερωμένο σε έργα του Ρίχαρντ Στράους. Στα αποσπάσματα από τον «Ιππότη με το ρόδο» τα βαλς λικνίστηκαν με νοσταλγία, χωρίς βιασύνη. Στην τελική σκηνή μοναδική ήταν η διαφάνεια των ηχοχρωμάτων. Τραγούδησαν τρεις έξοχες κυρίες, η Αννε Σβάνεβιλμς ως Μαρί-Τερέζ, η Μπερνάρντα Φινκ ως Οκτάβιαν και η Γκένια Κίμαγερ ως Ζοφί - απίστευτη πολυτέλεια. Είχε προηγηθεί ο «Χορός των επτά πέπλων» από την «Σαλώμη» του Στράους, που δόθηκε με ανάλογη, διασταλτική του χρόνου αισθητική: πέφτοντας, τα πέπλα αποκάλυψαν μουσική τόσο επικίνδυνα σαγηνευτική, όσο ένα... βιεννέζικο σοκολατάκι.
Βερολινέζοι, Γραμμένος
Εξαιρετική βραδιά μουσικής δωματίου πραγματοποιήθηκε στις 13 Μαΐου στον Παρνασσό: το Κουαρτέτο της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου απέδωσε κουαρτέτα Μότσαρτ και Σοστακόβιτς, ενώ στο Κουιντέτο για κλαρινέτο του Μπραμς συνεργάστηκε με τον ανερχόμενο Ελληνα κλαρινετίστα Διονύση Γραμμένο.
Αυτονόητη ήταν η ποιότητα του ήχου των τεσσάρων μουσικών και ο μεταξύ τους συντονισμός. Αυτονόητη επίσης η στυλιστική εξοικείωση με το ρεπερτόριο, το Κουαρτέτο Κ421 του Μότσαρτ και το Κουαρτέτο αρ.5 του Σοστακόβιτς: μαγικό το αργό μέρος όπως και η κατάληξή του. Κι όλα αυτά στη θερμή ακουστική της αίθουσας του Παρνασσού, που βοηθά τη σύντηξη των φωνών και των ηχοχρωμάτων. Ιδανικός τόπος, επομένως, για τον μαλακό ήχο του Γραμμένου και την δίχως αιχμές λυρική φραστική του, μοναδικής ποίησης ιδιαίτερα στο αργό μέρος του Κουιντέτου.

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

Όπερα...faltsa

Του Αντώνη Ι. Κωνσταντινίδη

Οι πρόσφατες, βαρύτατες κατηγορίες της Εφορείας της Όπερας Θεσσαλονίκης σχετικά με συγκεκριμένες ευθύνες του καλλιτεχνικού της διευθυντή κ. Γιάννη Γιαννίση για κατασπατάληση δημοσίου χρήματος, επαναφέρουν έναν καίριο προβληματισμό που ξεπερνά ίσως και τις ίδιες τις καταγγελίες. Ποιά μπορεί να είναι η θέση μιας Λυρικής Σκηνής στη Θεσσαλονίκη και ποιές πρέπει να είναι οι κύριες επιδιώξεις της;
Θα ήταν κοινός τόπος να υποστηρίξουμε ότι η δημιουργία ενός Λυρικού Θεάτρου στη Θεσσαλονίκη δε θα κάλυπτε μόνο ένα σημαντικό έλλειμμα στον πολιτιστικό σχεδιασμό της πόλης και της γύρω περιοχής αλλά και θα ευνοούσε γενικότερα και πολυδιάστατα την ανάπτυξη των τεχνών, με πολλαπλές άμεσες και έμμεσες ευεργετικές συνέπειες για τον τόπο μας
Σε ένα τέτοιο μουσικό εργαστήρι θα πρέπει αφετηριακά να βρίσκεται η βούληση για την ορθολογική χρήση του καλλιτεχνικού δυναμικού, ο συντονισμός του υπάρχοντος υλικού, των προσώπων, των τοπικών ορχηστρικών και χορωδιακών σχημάτων, η δημιουργία υποδομών αλλά και η πρόνοια για την εκπαίδευση των μελλοντικών ακροατών. Θα πρέπει δηλαδή ένας τέτοιος Οργανισμός να στοχεύει πρώτιστα στην αυθεντική δημιουργία, με αφοσίωση στην τέχνη, αγάπη στον άνθρωπο και διάθεση προσφοράς. Με όραμα, σχέδιο και προοπτική.
Η καλλιτεχνική και η οικονομική διαχείριση η οποία εφαρμόστηκε στην Όπερα Θεσσαλονίκης από τον κ. Γιαννίση, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν αποτελεί παρά μια ακόμη έκφανση της ίδιας στείρας και ανήθικης πολιτικής, τα συσσωρευμένα οικονομικά αποτελέσματα της οποίας τώρα όλοι εξ ανάγκης, βιώνουμε.
Η προαγωγή του πολιτισμού δε μπορεί να στηριχτεί στις μεταπρατικές λογικές των καλλιτεχνικών γραφείων και να κινηθεί από κλίκες όπου κυριαρχούν συμβατικά δούναι και λαβείν και προέχουν οι εξυπηρετήσεις και τα αλισβερίσια. Όλα αυτά απηχούν απλά και μόνο μία ακόρεστη βουλιμική διάθεση αλλά και μια μεταλλαγμένη, σταθερά διεφθαρμένη, αποικιοκρατική λογική απέναντι στον τόπο και τους ανθρώπους του.
Από την ίδρυση του Οργανισμού επί Μανωλεδάκη-Καρατζά μέχρι τη διοίκηση της Λίζας Ξανθοπούλου και τη μεταμόρφωσή του, σε ένα φέρελπι θέατρο με καλλιτεχνική και εκπαιδευτική ιδιοπροσωπία, στοχευμένες δράσεις και ποιοτικά αποτελέσματα, τα βήματα που έγιναν ήταν σημαντικά και απαιτούσαν την ανάλογη συνέχεια. Την έμπρακτη πολιτική βούληση και τη στήριξη για το επόμενο βήμα. Λυπάμαι, διότι η τελευταία διετία δεν ήταν παρά ένα άλμα προς τα πίσω, ένα χοντρό φάλτσο. Εκτός και αν ο βαρύτονος κ. Γιαννίσης, αυτή τη φορά υποδυόταν ένα διατεταγμένο ρόλο διαλύτη.

Κυριακή 9 Μαΐου 2010

Συναρπαστική πρεμιέρα για την «Τίγκρα»

Του Νικου Α. Δοντα - KAΘΗΜΕΡΙΝΗ 9-5-2010
Μόνο έπαινοι αξίζουν σε όλους όσοι συνέβαλαν στην παρουσίαση της ημιτελούς όπερας «Τίγκρα» του Σπυρίδωνος Φιλίσκου Σαμάρα στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» στις 29 Απριλίου. Προ πάντων στον Βύρωνα Φιδετζή, αρχιμουσικό και διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, που προγραμμάτισε το έργο και επιπλέον το ενορχήστρωσε. Η προφανής εμπειρία του σε έργα του Σαμάρα και η κατανόηση της ιδιαίτερης μουσικής γλώσσας του συνθέτη εφαρμόστηκαν με τον επιτυχέστερο τρόπο, αναδεικνύοντας όλες τις όψεις του έργου: τη λαμπρότητα της θρησκευτικής τελετής στην αρχή της α΄ πράξης, τον αισθησιασμό του ερωτικού ντουέτου με το οποίο ολοκληρώνεται το σωζόμενο υλικό, τη διαφάνεια και λεπτότητα του χαρακτήρα της Μαρίας, τον ηρωισμό της μουσικής του Αντοάλντο, την τραχύτητα του Μπράνα και το αδάμαστο πάθος της πρωταγωνίστριας Τίγκρας. Εξοχη χρήση ιδιαίτερα των πνευστών, ξύλινων και χάλκινων, καθώς επίσης επιτυχημένη χρήση μεμονωμένων οργάνων που ανέδειξαν τον ηδονισμό της μουσικής.
Παρά τις προφανείς ομοιότητες του ποιητικού κειμένου με έργα όπως ο «Εντγκαρ» (1889) του Πουτσίνι ή η «Τζοκόντα» (1876) του Πονκιέλι, με τα οποία μοιράζεται την αμφιταλάντευση του τενόρου ανάμεσα σε δύο κυρίες με αντίθετα χαρακτηριστικά, η μουσική της όπερας -όπως άλλωστε και η γλώσσα του κειμένου- εντάσσεται ομαλά στην αισθητική της τέχνης της «παρακμής», όπως εκφράστηκε στα ιταλικά γράμματα μέσα από το έργο του Ντ’ Ανούντσιο και στο λυρικό θέατρο μέσα από όπερες όπως η «Φραντσέσκα του Ρίμινι» του Τσαντονάι, που παρουσιάστηκε το 1914, τρία χρόνια μετά το σωζόμενο απόσπασμα από την «Τίγκρα».
Ισορροπημένη διανομή
Την «Τίγκρα» υπερασπίστηκε η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης υπό τη μουσική διεύθυνση του Αντζελο Καβαλάρο. Οι γενναιόδωροι σχηματισμοί φράσεων και η ταυτόχρονη διαφάνεια που πέτυχε ο αρχιμουσικός ανέδειξαν τα χαρακτηριστικά της γραφής του Σαμάρα. Ειδικά στο εκτενές τελικό ντουέτο, ο Καβαλάρο απελευθέρωσε την αισθησιακή ατμόσφαιρα παρακμής μέσα από αργή κίνηση, αφήνοντας χώρο στις φράσεις να αναπτυχθούν.
Το έργο στηρίχθηκε από ισορροπημένη διανομή καλών μονωδών. Στον ρόλο της Μαρίας, που στη σωζόμενη πράξη αναπτύσσεται περισσότερο από εκείνον της πρωταγωνίστριας, η διαρκώς βελτιούμενη υψίφωνος Λένια Ζαφειροπούλου αποδείχθηκε σίγουρη και εκφραστική, όπως πάντα με τραγούδι προσεγμένο στη λεπτομέρειά του. Επάξια ερμήνευσαν τους ρόλους τους ο τενόρος Βαγγέλης Χατζησίμος ως ηρωικός Αντοάλντο, ο βαρύτονος Διονύσιος Σούρμπης, αρκούντως σκοτεινός ως Μπράνα, και η Μαρισία Παπαλεξίου φλογερή Τίγκρα. Μοναδικές πολυτέλειες ήσαν το ηχόχρωμα της μεσοφώνου Μαρίας Βλαχοπούλου στον ρόλο της Ντόνας Πάλμα, η παρουσία του βαθύφωνου Δημήτρη Καβράκου στον ρόλο του Γέροντα, καθώς επίσης το προβλεπόμενο σόλο βιολί παιγμένο από τον Σίμο Παπάνα.